...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

44.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

Η πενία τέχνας κατεργάζεται. Τα γαμπριάτικα παπούτσια.                                                                                                                             του Μιλτιάδη.Δ.Κωστάκου   
Δε θα κάνουμε εδώ ανάλυση του περιεχομένου της φράσης, του γνωμικού, αν θέλετε, κατά πως λέγεται ακριβέστερα η συγκεκριμένη ρήση για το γενικό της κύρος. Σαν τότε που στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου μας έβαζαν οι καθηγητές ως θέματα εκθέσεων διάφορα αρχαία ρητά και εμείς σπάζαμε τα κεφάλια μας πρώτα να τα μεταφράσουμε και ύστερα να γράψουμε την έκθεση . Το ίδιο συνέβαινε και στις εξετάσεις για την εισαγωγή στις ανώτερες σχολές. Μας κοπάναγαν ένα αρχαίο ρητό και άντε εσύ να το μετάφραζες, έτσι ακαταλαβίστικο σαν γρίφος που ήταν. Τέτοια δουλειά δοκιμιακού χαρακτήρα δεν είναι στις προθέσεις μας εδώ. Απλά θα δώσουμε την ερμηνεία της φράσης, σύντομη, και τα υπόλοιπα θα τα καταλάβετε από το περιστατικό που θα ακολουθήσει.
Ο πατέρας μου, Θεός σχωρέσ’ τον, ήταν, καθώς είπα προηγούμενα, σε άλλα κεφάλαια μπαλωματής στο επάγγελμα. Τουτέστιν επιδιορθωτής υποδημάτων, επί το ακριβέστερον και επί το κομψότερον. Τον χαρακτηρισμό αυτόν του επαγγέλματος τον βρήκαν, τον ανακάλυψαν, στο Γυμνάσιο οι τότε καθηγητές, όταν ήταν να συμπληρώσουν τα πλήρη στοιχεία της ταυτότητας του πατέρα μου ως κηδεμόνα ημών των παιδιών του, μαθητών τον καιρό εκείνο.
«Ποιο είναι το επάγγελμά σου;» Τον ρώτησαν. «Μπαλωματής είμαι, μπαλώνω παπούτσια», ήταν η απάντηση. Σκέφτηκαν το πράγμα τότε οι καθηγητές, καθώς αντηχούσε άκομψη και αντιαισθητική η ονομασία «μπαλωματής ώσπου τέλος το βρήκαν και έγραψαν, «επιδιορθωτής υποδημάτων», και έτσι λύθηκε το πρόβλημα. Κι ας ήταν ο πατέρας μου γραμματισμένος για τα δεδομένα της εποχής του, γεννηθείς το 1910. Μάλιστα οι δασκάλοι του στο Ελληνικό, στο Σχολαρχείο, δεν ξέρω καλά τις τότε εκπαιδευτικές βαθμίδες που ίσχυαν, ας πούμε τώρα απόφοιτος του Λυκείου, είπαν (οι δασκάλοι) στον πάππο μου να στείλει το παιδί, τον πατέρα μου, για δάσκαλο στα Γιάννινα, γιατί ήταν καλός μαθητής, τα «έπαιρνε» τα γράμματα. Μάλιστα τότε έδινες εξετάσεις για δάσκαλος, γιατί ήταν λίγοι οι εγγράμματοι και δεν είχε και τόση ζήτηση το δασκαλίκι. Που να τρέχεις στα κατσάβραχα, σου έλεγαν. Έπρεπε όμως να πουλήσει ο πάππος ένα χωράφι για να πληρώσει τα τροφεία, τα έξοδα διατροφής του παιδιού, που τότε σπούδαζαν οικότροφοι εσώκλειστοι στη σχολή. Τέλος πάντων, ο πάππος δε συναίνεσε στην πρόταση αυτή, είχε και τρία κορίτσια της παντρειάς στο σπίτι, και έτσι ο πατέρας μου δεν έγινε δάσκαλος, έγινε μπαλωματής. «Αλλά, ρε πατερά, του είπα εγώ, όταν μεγάλωσα και νόμιζα πως τα ήξερα όλα, δάσκαλος δεν έγινες, τουλάχιστον να μάθαινες καλά την τέχνη του τσαγκάρη. Πως δε συνέβηκε αυτό;» Δε φάνηκε να ενοχλήθηκε από την ερώτηση, όπως δεν είχε κρατήσει κακία στον πατέρα του. «Είχα την ατυχία, είπε, να πεθάνει ο μάστορας, στον οποίο μάθαινα κάλφας την τέχνη, τσιράκι και έκτοτε για διαφόρους λόγους τα παράτησα». Το βιογραφικό του πατέρα μου ενολίγοις.
Τα λέω, όχι για να επαινέσω τον πατέρα μου ή δεν ξέρω τι άλλο, αλίμονο τώρα, παρά για να δώσω μια εικόνα, πως περνούσαν τότε οι άνθρωποι και μέσα σε ποιές συνθήκες υποχρεώθηκαν να ζήσουν. Αν είχαν κι αυτοί όνειρα και πόσο δύσκολο ήταν να τα πραγματοποιήσουν. Τελικά, να ξέρουμε από πού είμαστε και προπάντων τι είμαστε. Εσύ, εγώ, αυτός, όλοι μας.
Μπάλωνε παπούτσια ο πατέρας στην αγορά να τσακώσει- αυτή την έκφραση χρησιμοποιούσε- κάνα φράγκο να θρέψει την οικογένεια του. Τέσσερα στόματα είχαν με τη μάνα μου στο σπίτι. Δουλειά μίζερη και αποδοχές, αν μπορούμε να τις πούμε έτσι, τόσο πενιχρές που ήταν μέρες που δεν έβγαζε ούτε φράγκο για να αγόραζε μια οκά ψωμί «καθάριο». Έτσι το λέγαμε τότε, δηλαδή ψωμί από αλεύρι σταρένιο, μιας και στο σπίτι μας τελείωνε γρήγορα το καλαμποκίσιο, από το καλαμπόκι που σοδειάζαμε από το χωράφι. Στην καλύτερη περίπτωση οι εισπράξεις όλη μέρα από τη δουλειά του ήταν πεντέξι δραχμές. Είχαν όμως πέραση τότε. Με δυο ή τρεις δραχμές, αν θυμάμαι καλά αγόραζες μια οκά ψωμί (το κιλό ως μέτρο ζύγισης θα ερχόταν αργότερα εκεί περί το 1960).
Να συνεχίσω λίγο με τον πατέρα μου και τη δουλειά  του, γιατί εκτός-των άλλων είναι και το κεντρικό πρόσωπο στην ιστοριούλα μας παρακάτω. Ένα πρόσωπο, από τους χαρακτηριστικούς τύπους, τους γραφικούς θα έλεγα, που συναντούσε κανείς στο καθημερινό τότε θέατρο της αγοράς. Ήταν οι τσαγκάρηδες, οι ραφτάδες, οι μπακάληδες, οι μανάβηδες, οι χασάπηδες, οι έμποροι, οι καφετζήδες κλπ. Όλοι τους επώνυμοι, γνωστοί ένας-ένας και σε αριθμό μεταξύ τους, ανάλογα με το πόσους σήκωνε ο ανταγωνισμός της αγοράς. Πόσα από τα επαγγέλματα αυτά χάθηκαν είτε μετεξελίχθηκαν της αγοράς. Πόσα από τα επαγγέλματα αυτά χάθηκαν είτε μετεξελίχθηκαν σε άλλες μορφές, πιο σύγχρονες, μπορείς να υπολογίσεις ρίχνοντας μια ματιά στην αγορά σήμερα, προσθέτοντας στην εικόνα και όσα σύγχρονα στο μεταξύ δημιουργήθηκαν. Χώρια οι μεταβολές στο χώρο και στα στέκια.
Υπήρχε, αν μη τι άλλο, μια γραφικότητα σε όλους τους τύπους τότε της αγοράς, ανθρώπινους και μη, καθώς και στην ίδια τη λειτουργία της, αναφορικά με την ιδιορρυθμία της, το χρωματισμό της, το θόρυβο και τις φωνές, μέχρι και την ακαταστασία της.
Ο πατέρας μου, για παράδειγμα, δεν είχε μαγαζί παρά δούλευε στο πεζοδρόμιο κάτω από τις αστρέχες. Το ίδιο και ο λούστρος της αγοράς. Φτωχοί βιοπαλαιστές που αγωνίζονταν με την ψυχή στο στόμα για τον επιούσιο. Δεν τα κάνω δραματικά τα πράγματα. Έτσι ήταν κι ακόμα χειρότερα, άμα τα ψάξεις περισσότερο σε βάθος. Δικά σας τα όποια συμπεράσματα από τις συγκρίσεις του τότε με το σήμερα.
Μπάλωνε ο πατέρας τα παπούτσια στην αγορά στην αγορά στο πόστο του στο πεζοδρόμιο, είπαμε, κάτω από την αστρέχα, το μεταξύ δηλαδή-ξέχασα να πω θαρρώντας το ως γνωστό- κενό διάστημα μεταξύ τοίχου και σκεπής, στέγης, το γείσο καθώς λέμε, στα καταστήματα της αγοράς δίπλα στο δρόμο. «Μαγαζί» με άλλα λόγια, προκειμένου για τον πατέρα μου, ανοιχτό από όλες τις μπάντες πλην του τοίχου πίσω που ακούμπαγε την πλάτη του καθισμένος σε ένα καρεκλάκι. «Ευάερο» μαγαζί χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας και ενοικιοστάσιο, ούτε τοιχία ούτε σκεπές με κεραμίδια. Μπροστά του χαμηλά είχε ένα μπάγκο με τα απαραίτητα για τη δουλειά του σύνεργα, ένα τσαγκαροσούφλι, ένα σφυρί να καρφώνει τις πρόκες, πρόγκες τις λέμε χάριν ευφωνίας, και μια φαλτσέτα, ένα μικρό κοφτερό μαχαίρι να κόβει τα πετσιά και τα λάστιχα των παπουτσιών. Όλη κι όλη η τέχνη του εκτός από το μπάλωμα ήταν να σολιάζει, να βάζει καινούργιες σόλες στα παπούτσια. Μέχρις εκεί ήξερε τη δουλειά. Υπήρχαν όμως και κανονικοί τσαγκάρηδες μαστόροι στην αγορά που έφκιαχναν παπούτσια καινούργια εξαρχής, σου έπαιρναν τα μέτρα από το πόδι σου και σε κάμποσες μέρες τέλειωναν τη δουλειά. Τα παπούτσια τότε τα έφκιαχναν δερμάτινα στο χέρι και κόστιζαν σε χρήματα ένα ποσό μεγαλούτσικο για τα οικονομικά δεδομένα της εποχής εκείνης, περί τις 200 δρχ. Έτοιμα παπούτσια δερμάτινα από εργοστάσιο δεν υπήρχαν, μόνο με παραγγελία γίνονταν. Τα δερμάτινα, να πούμε, ήταν καλά και στέρεα, επίσημα παπούτσια. Τότε στην αγορά έτοιμα παπούτσια εργοστασίου ήταν κάτι λαστιχένια και οι γαλότσες, λαστιχένια μποτάκια, όπως οι κλασικές μπότες. Με παραγγελία γίνονταν αν θυμάμαι καλά τα άρβυλα. Ήταν και τα στρατιωτικά άρβυλα, οι αρβύλες που τις λέγαμε, γερά παπούτσια που ο καθένας φορούσε και μετά το στρατιωτικό, καθώς ήταν πολύ ανθεκτικά παπούτσια, στεγανά δεν έμπαζαν νερό και πρακτικά για όλες τις δουλειές τότε.
Τα γυναικεία παπούτσια είχαν άλλη τεχνική και ποιότητα, καλλιτεχνική. Αυτά, για τα παπούτσια, τα υποδήματα, της εποχής του ΄50 μέχρι το 1965, υπολογίζω τώρα εγώ, οπότε συνέβηκαν οι αλλαγές σιγά-σιγά, όσο να φτάσουμε στο σημερινό εμπορικό παπούτσι.
Για την ώρα μένουμε στην αγορά της αμέσως μεταπολεμικής περιόδου, τότε που συνέβηκε η ιστοριούλα που σας είπα στην αρχή. Άργησα όσο να `ναι, γιατί έπρεπε να περιγράψω τον κοινωνικό περίγυρο μέσα στον οποίο διαδραματίστηκε η υπόθεση με θέμα ένα γαμπριάτικο ζευγάρι παπούτσια. Έχει ενδιαφέρον το πράγμα και ποιο, θα ρωτήσετε. Έχει, λέω εγώ, όχι μόνο αυτό καθεαυτό το περιστατικό αλλά και για άλλον ένα λόγο, από μια ευρύτερη σκοπιά. Να γνωρίσουμε την εποχή και την πλοκή τους, μέσα από τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που τα έζησε και τα «πόνεσε» αυτά τα πράγματα.
Η πενία τέχνας κατεργάζεται. Που θα πει, «η φτώχεια κάνει τον άνθρωπο εφευρετικό». Να εφευρίσκει δηλαδή τρόπους να ξεπερνάει τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα. Είπαμε από την αρχή, να μην κάνουμε αναλύσεις δοκιμιακού τύπου. Προχωράμε στα γεγονότα κατ’ ευθείαν.
Μια μέρα λοιπόν πήγε στον πατέρα μου ένας συγχωριανός του, μάλιστα μακρινός του συγγενής και του έδωσε ένα ζευγάρι παπούτσια με την επισήμανση πως ήταν τα γαμπριάτικα, από τον καιρό δηλαδή που παντρεύτηκε. Τα φύλαγε εκείνα τα παπούτσια για τις γιορτές και τις επίσημες μέρες, γιατί ως γαμπριάτικα ήταν ωραία και ακριβά παπούτσια. Μόνο που είχαν τρυπήσει οι σόλες από την πολυκαιρία και έπρεπε να τις αλλάξει.( το πρώτο που παθαίνουν τα δερμάτινα παπούτσια είναι να φθαρούν οι σόλες τους). Έκατσε ο πατέρας μου ώρες ολόκληρες, χρειαζόταν χρόνο και προσοχή η δουλειά, και έραψε τις σόλες με ακριβό πετσί που το είχε αγορασμένο ειδικά για τα καλά παπούτσια! Όταν τελείωσε η δουλειά βρήκε τον πελάτη του- είχε κι εκείνος μαγαζί στην αγορά- και του είπε να περάσει να πάρει τα παπούτσια. «καλά, θα περάσω όταν ευκαιρέσω λίγο», πήρε την απάντηση. Πέρασαν κάμποσες μέρες και πουθενά να φανεί ο άνθρωπος ξαναπήγε ο πατέρας και τον ξαναθύμισε. Τα ίδια εκείνος, θα περνούσε όταν θα άδειαζε. Πέρασε καιρός πολύς. Το πράγμα είχε παραγίνει. Ο πελάτης, ο κάτοχος των παπουτσιών, δεν έλεγε να τα πάρει και, φυσικά, να πλήρωνε για τη δουλειά. Τι να έκανε ο πατέρας μου τότε. Δεν έφτανε που δεν είχε πληρωθεί αλλά από πάνω είχε μπελά με τα παπούτσια που κουβάλαγε στον ντορβά πάνω-κάτω, από το σπίτι το πρωί στην αγορά και το βράδυ από την αγορά στο σπίτι. Κάθε μέρα αυτή η δουλειά με τον ντορβά και τα παπούτσια μέσα τα γαμπριάτικα. Αυτό γινόταν, γιατί δεν είχε μαγαζί να το κλειδώνει τα βράδια να μην τα κλέψουν. Όλα κι όλα τα συμπράγκαλα της δουλειάς του χώραγαν στο τραπεζάκι με την καρέκλα. Τα σκέπαζε με την ποδιά του και τα άφηνε έτσι όλη τη νύχτα εκτεθειμένα στον όποιο επίδοξο κλέφτη. Αλλά ποιος θα έμπαινε στον κόπο να κλέψει το σφυρί και το τσαγκαροσούφλι καταμεσής στην αγορά και την αστυνομία δυο βήματα παραδίπλα. Τα παπούτσια όμως ήταν άλλο πράγμα. Ο καθένας περιθωριακός της αγοράς τα βράδια μπορούσε ανά πάσα στιγμή να τα σουφρώσει και όπως ήταν καλά και ακριβά παπούτσια εύκολα μπορούσε να τα πουλήσει σε κάποιον άλλο όσο-όσο. Σ΄αυτή την περίπτωση πώς θα ξέπλεκε με τον κάτοχο τους, τον πελάτη του, που εν τω δικαίω θα απαιτούσε το βιός του;
Αυτό ήταν που βασάνιζε τον πατέρα μου με το πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Για τελευταία φορά τον ειδοποίησε προσωπικά, πάλι τίποτε. Εκείνος το χαβά του.
«Έτσι είσαι;» είπε ο πατέρας μου; «τώρα θα δεις». Είχε από καιρό που γυρόφερνε μια σκέψη στο μυαλό του. Η πενία τέχνας κατεργάζεται.
Πάει, που λέτε, ο πατέρας μου και βρίσκει έναν τύπο της αγοράς που είχε συνήθειο να σουλατσάρει κάθε μέρα από μαγαζί σε μαγαζί και από παρέα σε παρέα και άλλο τίποτε να μην κάνει παρά να λέει στον ένα και στον άλλο τι είδε και τι άκουσε. Έναν κουσκουσάρη, κουτσομπόλη δηλαδή που περνούσε τον καιρό του κουτσομπολεύοντας. Έχει και τέτοια «λουλούδια» η αγορά.
Βγάζει ο πατέρας μου ολόκληρο πακέτο με τα τσιγάρα όλα μέσα ανέγγιχτα, παίρνει και του δίνει απλόχερα με χαρακτηριστικές αργές κινήσεις ένα τσιγάρο μαζί και τη φωτιά, ανάβοντας ένα κι αυτός. «Μπα, του λέει ο άλλος , τι βλέπω καινούργιο πακέτο και από τα ακριβά τσιγάρα;» τότε για να αγόραζες ολόκληρο πακέτο ήταν σπάνιο πράγμα ελλείψει χρημάτων. Το πιο συνηθισμένο ήταν να αγόραζες 3-4 τσιγάρα χύμα από την κούτα.
«Να σου πω, του είπε ο πατέρας μου, έτσι κι έτσι. Πριν από κάμποσο καιρό μου έδωσε ο τάδε (είπε εμφαντικά το όνομα) κάτι καλά παπούτσια να τα φκιάξω! Όμως δεν ήρθε να τα πάρει. Εγώ τον ειδοποίησα πέντε-δέκα φορές αλλά αυτός τίποτε. Φαίνεται πως δεν τον πολυνοίαζει και έτσι εμένα μου `μειναν τα παπούτσια. Τι να έκανα κι εγώ τότε, βρήκα έναν και τα «σκότωσα», τα πούλησα. Για αυτό με βλέπεις με φράγκα να τα ξοδεύω. Μου `κατσε λαχείο η δουλειά».
Είπε και απομακρύνθηκε ο πατέρας και κρύφτηκε λίγο πιο πέρα, να δει το αποτέλεσμα.
Πράγματι, δεν πέρασαν ούτε πέντε λεπτά και ο δικός σου πήρε το δρόμο για το μαγαζί, ποιου άλλου; Του κατόχου των παπουτσιών, να του εξιστορήσει τα καθέκαστα.
Τι κόλπο είχε πιάσει.
Η συνέχεια στο δικαστήριο.
Ο καθένας τώρα μπορεί να φανταστεί το είδος εκείνης της δίκης που έγινε πριν από εξήντα χρόνια, καθώς και τις σκηνές… απείρου κάλλους που έλαβαν χώρα κατά την ακροαματική της διαδικασία. Εμένα μου τις διηγήθηκε ο πατέρας χρόνια αργότερα κι άλλωστε δε χρειάζεται και πολλή φαντασία να καταλάβεις την ατμόσφαιρα που επικρατούσε εκείνες τις στιγμές μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου, τόσο πάνω στα δικαστικά έδρανα όσο και κάτω στο ακροατήριο. Γιατί το θέμα είχε και την κωμική του πλευρά, αφού η αιτία ήταν ένα ζευγάρι παπούτσια, δηλαδή σαν το πάπλωμα του Χόντζα, αν ξέρετε τον σχετικό μύθο. Κι όσο για το χαρακτήρα των παπουτσιών ως γαμπριάτικων, αυτό κι αν ήταν αφορμή να προκαλέσει θυμηδία δηλαδή γέλιο σε όσους είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν την… πολύκροτη εκείνη δίκη.
Ενάγων, μηνυτής, ο κάτοχος των παπουτσιών και κατηγορούμενος ο πατέρας μου.
Εν αρχή το λόγο πήρε ο μηνυτής. «Κύριε, πρόεδρε είπε, έδωσα στον κατηγορούμενο ένα ζευγάρι παπούτσια να τα επιδιορθώσει κι αυτός τα πούλησε». «και τι ζητάς τώρα», του είπε ο πρόεδρος. «τα παπούτσια, Κύριε πρόεδρε, εκτός από καλά ήταν τα γαμπριάτικα και είχαν για εμένα ιδιαίτερη αξία. Έχω μάρτυρα ότι τα πούλησε και απαιτώ να πάρω πίσω τα παπούτσια μου». «Κάθισε» του είπε ο πρόεδρος. Να προσέλθει ο κατηγορούμενος. «Παρών, Κύριε πρόεδρε» σηκώθηκε ο πατέρας μου. «Δε μου λες, του είπε ο πρόεδρος, πούλησες τα παπούτσια του ανθρώπου, που ήταν και πελάτης σου;»
Ακούστε τώρα λοιπόν εσείς που διαβάζετε τις αράδες εδώ, να γελάσετε.
«Κύριε πρόεδρε, εγώ δεν πούλησα κανένα ζευγάρι παπούτσια και δεν ξέρω τι λέει ο μηνυτής μου».
«Τι θα πει δεν πούλησες, πάνω από την έδρα ο πρόεδρος, εδώ σε κατηγορεί επίσημα και είμαστε στο δικαστήριο, όχι στο καφενείο»
-Σας είπα, δεν τα πούλησα τα παπούτσια.
-Αφού δεν τα πούλησες, τότε πού είναι τα παπούτσια;
-Τα παπούτσια τα έχω εγώ.
-Πού τα `χεις;
-Εδώ μαζί μου.
-Φερ` τα τότε να τα δούμε.
Πάει ο πατέρας μου πίσω στο εδώλιο, πήρε τον ντορβά και από μέσα έβγαλε τα παπούτσια. «Ορίστε, τα παπούτσια» είπε και τα εναπέθεσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του προέδρου.
Τα κοίταξε αυτός και γύρισε προς το μηνυτή δείχνοντας του τα παπούτσια «είναι αυτά τα παπούτσια σου ή είναι τίποτε άλλα; Τα γνωρίζεις;» Τα ψηλάφησε εκείνος και βεβαίωσε ότι πράγματι ήταν τα δικά του παπούτσια τα γαμπριάτικα, επιδιορθωμένα.
«Μα πως έγινε αυτό» ρώτησε ο πρόεδρος. Τότε ο πατέρας μου του εξήγησε τα καθέκαστα, πως δηλαδή ο μηνυτής τρενάριζε την υπόθεση και δεν ερχόταν να πάρει τα παπούτσια παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις που του έκανε, να πάρει κι αυτός την αμοιβή για τη δουλειά του. Και πως σκαρφίστηκε το κόλπο μπας και ο κάτοχος δεήσει επιτέλους να ζητήσει τα παπούτσια του. «Γιατί, κύριε πρόεδρε εκτός που δεν πληρώθηκα, είχα και τη σκοτούρα να φυλάω τα παπούτσια μην τα χάσω ή μη μου τα κλέψουν. Τι να έκανα;»
Τα άνω κάτω ήρθαν στη δίκη και ο μηνυτής από κατήγορος έγινε κατηγορούμενος.
Και τώρα η απόφαση. «Για να μη σε κλείσω φυλακή, είπε ο πρόεδρος στο  μηνυτή, θα δόσεις τώρα στον άνθρωπο τα λεφτά για τη δουλειά του και να πάρεις τα παπούτσια σου.»
Γύρισε στον πατέρα μου «Πόσο κάνει η δουλειά σου;». «Δεκαπέντε δραχμές». Είχε δεν είχε ο μηνυτής ξηλώθηκε το ποσό εκεί μπροστά υπό το αυστηρό βλέμμα του προέδρου. Είχε πάει για μαλλί και βγήκε κουρεμένος.
Έτσι τελείωσε η δικαστική εκείνη περιπέτεια και η ιστοριούλα μας. Τώρα μπορεί ο καθένας μας να κάνει τις αναλύσεις και να αποκωδικοποιήσει τη συμπεριφορά και τους χαρακτήρες των ηρώων στο περιστατικό μας. Απλά και πρακτικά, χωρίς πολλές κουβέντες. Για να καταλήξει κι αυτός στο συμπέρασμα: «η πενία τέχνας κατεργάζεται». Μαθήματα-παθήματα, πώς τα λέει ο λαός, διαχρονικά. Αλλά πάλι, ποιος δίνει σημασία στα λόγια, αν δεν πάθει προηγουμένως. Και εφόσον βέβαια το πήρε καλά το μάθημα. Τέτοια επεισόδια, φαιδρά και γραφικά, συνέβαιναν πολλά τον καιρό εκείνο στο καθημερινό θέατρο της αγοράς.
Εγώ ένα σας λέω ως κατακλείδα: Η Τέχνη (ταυ κεφαλαίο) αντιγράφει τη ζωή. Με ό,τι σημαίνει αυτό.

 Φεβρουάριος 2018
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος
                                                                                                

                                 

Συνεδρίαση Δημοτικού Συμβουλίου Τετάρτη 14 Φεβρ 2018

ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                    Φιλιππιάδα   09/02/2018 
ΝΟΜΟΣ  ΠΡΕΒΕΖΑΣ   
ΔΗΜΟΣ     Ζ Η Ρ Ο Υ                                          Αριθ.  Πρωτ.   1575                             
ΑΥΤΟΤΕΛΕΣ  ΓΡΑΦΕΙΟ  ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ                                             
ΑΙΡΕΤΩΝ  ΟΡΓΑΝΩΝ                          
ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ  ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ  ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ                                    ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ   02η
Π  Ρ  Ο  Σ  Κ  Λ  Η  Σ  Η
Π Ρ Ο Σ : 
1.   Mέλη  του  Δημοτικού  Συμβουλίου  Δήμου  Ζηρού
2.   Καλαντζή  Νικόλαο,  Δήμαρχο  Δήμου  Ζηρού 
3.   Πρόεδρο  Δημοτικής  Κοινότητας  Φιλιππιάδας
4.   Προέδρους  και  Εκπροσώπους  Τοπικών  Κοινοτήτων
Καλείστε  να  προσέλθετε  στην  αίθουσα  συνεδριάσεων  του  Δημοτικού  Καταστήματος  Φιλιππιάδας  την  Τετάρτη  14  Φεβρουαρίου  2018  και  ώρα  14 : 00΄ σε  συνεδρίαση  για  συζήτηση  και  λήψη  αποφάσεων  στα  παρακάτω  θέματα  της  ημερήσιας  διάταξης :
1.             Έγκριση  σχεδίου  αναμόρφωσης  του  προϋπολογισμού  του  Δήμου  Ζηρού  οικονομικού  έτους  2018.
2.            Έγκριση  διενέργειας  δαπανών  ( προμηθειών – υπηρεσιών – έργων ).
3.            Έγκριση  και  διάθεση  πίστωσης  για  την  αντιμετώπιση  δαπάνης  πρωτοχρονιάτικης  πίτας  των  υπαλλήλων  του  Δήμου  Ζηρού.
4.            Έγκριση  και  διάθεση  δαπάνης  ηχητικής  κάλυψης  επετειακών  εκδηλώσεων  έτους  2018.
5.            Χορήγηση  οικονομικής  ενίσχυσης  σε  Συλλόγους.

Κλειστό Γυμναστήριο Φιλιππιάδος

30 Ιανουαρίου 2018
Ε Ρ Ω Τ Η Σ Η
Προς τον Περιφερειάρχη Ηπείρου,
Κύριο Αλέξανδρο Καχριμάνη

Θέμα: «Κλειστό Γυμναστήριο Φιλιππιάδος».
          Με την ευκαιρία της αυριανής συζήτησης στο Περιφερειακό Συμβούλιο, του εκτός της Η.Δ. θέμα: «Προγραμματική Σύμβαση Περιφέρειας Ηπείρου και Δήμου Ιωαννιτών για την εκτέλεση του έργου «Λειτουργία των Αθλητικών Εγκαταστάσεων του Κλειστού Γυμναστηρίου Δ.Κ. Ανατολής (πρώην αίθουσα Βαρέων Αθλημάτων)», την οποία σύμβαση η παράταξη μας υποστηρίζει από καιρού και επισημαίνουμε την καθυστέρηση στην υλοποίηση της ανεξαρτήτως των ευθυνών των εμπλεκομένων μερών αλλά και όσων απέχουν, όπως συμβαίνει με την Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, θα θέλαμε να ενημερωθούμε για την πορεία κατασκευής ενός άλλου κλειστού γυμναστηρίου του «Κλειστού Γυμναστηρίου Φιλιππιάδας» που έχει τον ίδιο τύπο κατασκευής Τ11 με αυτό του Δ.Κ. Ανατολής και η έναρξη των εργασιών ανάγεται 10 και πλέον χρόνια πίσω, στα 2006. Η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα είναι απογοητευτική. Θυμίζει εγκατάλειψη και παραπέμπει σε παραίτηση από τον αρχικό σκοπό.
Εκτιμούμε ότι πρέπει να υπάρξει ανάλογο ενδιαφέρον για την αποπεράτωση του και να αποδοθεί και αυτό το κλειστό γυμναστήριο στην τοπική κοινωνία που το αναμένει. Η συνεχιζόμενη αδιαφορία μας και ο χρόνος καταστρέφει και τις εγκαταστάσεις που ήδη έχουν κατασκευαστεί. Η διάβρωση των δομικών στοιχείων της κατασκευής γίνεται φανερή από απόσταση! Οι ντόπιοι μιλούν με απαξία για το κράτος και τους εμπλεκόμενους φορείς. Στο σύνολο της η εικόνα των εγκαταστάσεων δεν μας τιμά ως αιρετούς εκπροσώπους.
Ερωτάται ο κύριος Περιφερειάρχης:
  1. Τι πρωτοβουλίες σχεδιάζει να αναλάβει για την αποπεράτωση του έργου;
  2. Ποιος ο προϋπολογισμός - πόσο κόστισε μέχρι σήμερα και εάν υπάρχει εκτίμηση για το κόστος αποπεράτωσης του έργου;
  3. Υπάρχουν περιθώρια για σύναψη προγραμματικής σύμβασης με το Δήμο ή με το Υπουργείο για να επισπευσθεί η ολοκλήρωση του;

ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΑΧΙΑ ΗΠΕΙΡΩΤΩΝ
Οι Περιφερειακοί Σύμβουλοι που ερωτούν:

Γιώργος Ζάψας, Γιώργος Ζάκας, Δημήτρης Χαμπίπης, Πρόδρομος (Μάκης) Χατζηεφραιμίδης


43.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

                                          Και μια άλλη προξενιά
του Μιλτιάδη.Δ.Κωστάκου
Αφού κάναμε λόγο για προξενιές,να το συνεχίσουμε.Να πούμε και για μια άλλη προξενιά,ένα άλλο προξενιό καθώς λέγεται κι έτσι.
Εχει γούστο το πράγμα,δηλ.είναι και διασκεδαστικό.Διασκεδαστικό όσο μπορεί να πει κανείς μια καθ όλα σοβαρή υπόθεση,όπως είναι η προξενιά,αλλά που στην εξέλιξη και την πλοκή της πολλές φορές βγάζει και γέλιο.Ακούστε, παιδιά,να το καταλάβετε απαξ δια παντός.Στη ζωή τίποτε δεν είναι αστείο,όλες οι υποθέσεις είναι σοβαρές,σοβαρότατες.Αλλο που στο τέλος κάποιες φορές καταντούν αστείες,εύθυμες και κωμικές.Αλίμονο,να ήταν η ζωή ένα διαρκές αστείο.Το φαντάζεστε;
Ούτε επινόηση είναι το αστείο,τοεύθυμο.Απλά είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου ν’αποζητάει μια διέξοδο,να ξεφύγει από τη δραμοτικότητακαι τη συναισθηματική φόρτιση,εξαιτίας των σοβαρών προβλημάτων που καθημερινά αντιμετωπίζει.Εκεί στο όριο που κοντεύεις να πλαντάξεις από την ένταση των στιγμών,συμβαίνει απρόοπτα συνήθως να ανατρέπεται άρδην η κατάσταση προς το ευχάριστο,και τότε κυριολεκτικά λύνεται το αδιέξοδο και οι φόβοι διαλύονται.Τότε σε πλημμυρίζει μια ευχάριστη διάθεση και ξεσπάς σε γέλια.Γελάς με τους άλλους, ακόμα και με τον ίδιο τον εαυτό σου.
Λέω εγώ τώρα μια εκδοχή,γιατί υπάρχουν κι άλλες πιο κοντά στην αλήθεια.Θέλω να πω πως το γέλιο και η σοβαρότητα πάνε μαζί ζευγάρι-κλωνάρι,πουλέμε,στηζωή.Πάνωσ’αυτό το μοτίβο των αλλεπάληλων αντιθέσεων συντίθεται και δομείται η ζωή.Μια στο ζεστό και μια στο κρύο,μια στο σοβαρό και μια στο αστείο και ούτω καθεξής.Εχει πολύ βάθος το πράγμα καθώς η ζωή είναι ένα ασύλληπτο μυστήριο.
Που βρίσκεται τώρα,θα πεις το αστείο σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση,όπως είναι η προξενιά;Που ο σκοπός της είναι εν πρώτοις ιερός καθώς αποβλέπει στην ένωση δύο ανθρώπων,άντρα και γυναίκας,<<εις σάρκα μία>>,κατά την πασίγνωστη ευαγγελική ρήση.
Να μη λέμε πάλι τα ίδια,θεωρίεςκλπ.Θα το δείτε ευθύς αμέσως στο περιστατικό που ακολουθεί με θέμα την προξενιά του πατέρα μου.
Επέλεξα τον πατέρα μου ως κέντρικοήρωα,γιατί ξέρω την ιστορία από πρώτο χέρι,από τις διηγήσεις του ίδιου αλλά και της μάνας μου,όπως μου τα αφηγήθηκε και αυτή από τη δική της πλευρά.Πληροφορίεςδηλ.διασταυρωμένες και ως εκ τούτου αληθινές πέρα για πέρα.
<<Πατέρα,για πες μας,πως παντρεύτηκες με τη μάνα.Φαντάζομαι με προξενιά,απ’ότι κατάλαβα από τα λίγα σκόρπια που μας λέτε κατά καιρούς>>.Θυμάμαι,τον είχα ρωτήσει κάποτε.Περιέργεια και ενδιαφέρον του παιδιού να γνωρίσει τους γεννήτορές του καλύτερα μιας και αποτελούσαν αναπόφευκτα ένα κομμάτι της υπαρξήςτους,ξεχωριστό και άγνωστο εκ των πραγμάτων.Ολοι θελήσαμε κάποτε να μάθουμε για τους γονείς μας στο διάστημα πριν εμείς γεννηθούμε,που ήμασταν δηλ. στην ανυπαρξία.Δίπλα παρακολουθούσε  την κουβέντα η μάνα και έγνεθε τη ρόκα στο λιγοστό χρόνο που είχε την πολυτέλεια να κάθεται και να ησυχάζει από τις δουλειές του σπιτιού και στο χωράφι.
Και ο πατέρας άρχισε.
Πράγματι με προξενιά είχε γίνει ο γάμος.Ηταν ένας γείτονάς του που τον προξένεψε στην οικογένεια του πεθερού του,την αδερφή της γυναίκας του,και έγιναν μετά μπατζανάκια οι δυο τους.Κατά το τυπικό,μετά τις τυπικές προεργασίες από τις δύο πλευρές το πράγμα προχώρησε και από εδώ τη Φιλιππιάδα (είδατε,δε λέω τώρα την Παλιά Φιλιππιάδα αλλά τη Φιλιππιάδασκέτο,σημάδι πως  στη συνείδηση όλων σιγά-σιγά γενικεύεται και διευρύνεται η γεωγραφική έννοια περί καταγωγής) ξεκίνησε εθιμοτυπικά η πρεσβεία, ας πούμε,μια αντιπροσωπεία αποτελούμενη από τους γονείς του γαμπρού,του πατέρα μου δηλ.,τον ίδιο τον γαμπρό και τον προξενητή,φυσικά,τονενδιάμεσο,τον διαμεσολαβητή στην υπόθεση.ΣτονΑηΓιώργη,το χωριό δίπλα,τόπο καταγωγής της μάνας μου,έγινε η κουβέντα.Πριν ογδόντα τόσα χρόνια λέμε τώρα,για να καταλάβουμε.
<<Την έιχες δει εσύ,πατέρα,από πριν τη νύφη,την κοπέλα δηλαδή;>>τον διέκοψα εγώ.<<Όχι,μουαπάντησε,πρώτη φορά την έβλεπα>>.<<Εσύ, μάνα>>,τη ρώτησα γυρίζοντας προς το μέρος της.<<Μπα,που να τον έβλεπα,κοπέλαεγώ.ΗΦιλιππιάδα έπεφτε μακριά τότε>>.
-Σου άρεσε,μάνα,ο πατέρας όταν τον πρωτοείδες;
-Να σου πω,όχι και τόσο.Αλλά τι να έκανα,έπρεπε να παντρευτώ,να ξεφύγω από το χωριό,όπου δεν είχε καμιά προκοπή.Ασε που μπορεί να έμενα στο ράφι,ανύπαντρηκαι ήταν και η άλλη αδερφή πιο κάτω μικρότερη που πλησίαζε κι αυτή στην ηλικία της παντρειάς.
-Εσένα, πατέρα,σου άρεσε τότε η μάνα ως μέλλουσα γυναίκα σου;Να μας πεις την αλήθεια.(Ημουν αρκετά μεγάλος για να ξεχωρίζω κάποια πράγματα).
-Μου άρεσε,είπε ο πατέρας μονολεκτικά.
Η κουβέντα σιγά-σιγά έφτασε στο ψητό,στο<<δια ταύτα>>,στην προίκα.Ολαηταν τακτοποιημένα με τη σειρά,εθιμοτυπικά.
<<Δίνω, είπε ο (μετέπειτα) πάππος μουεκ μητρός αυτά κι αυτά κι απαρίθμησε το προικιό ένα-ένα το κάθε είδος.Ετούτο,εκείνο,το άλλο κι ένα-δυο στρέμματα ξεροχώραφο πέρα κατά το Παλιοχώρι,που τελικά η μάνα μου δεν το πήρε,το άφησε για τους άλλους πίσω.
Ποιος λογάριαζε ωστόσο την προίκα.Ο πατέρας μου το είχε ήδη αποφασίσει.Εβλεπε όμως τον πατέρα του,τον διαπραγματευτή να πούμε κάπως διστακτικό,υπολογιστικό.Ηταν φανερό πως η προίκα δεν τον είχε ενθουσιάσει τον πάππο.Γιαχρήματα,λίρες και τέτοια δεν έγινε λόγος.Η από κει μεριά το ξέκοψε από την αρχή.Λεφτά δεν υπάρχουν είπε ο συμπέθερος στον ομόλογό του από εδώ και δεν ακούστηκε καλά ο λόγος.Αλλά τέλος πάντων,όλοι φτωχοί ήταν εκείνο τον καιρό.Ταλεγε ο πατέρας αυτά τα πράγματα,πωςδηλ.εξελίχτηκετο διαπραγματευτικό μέρος της συζήτησης με λεπτομέρειες.Που να τις θυμάμαι ακριβώς ύστερα από τόσα χρόνια.Αλλωστε τα επιβεβαίωνε και η μάνα μου από δίπλα.Τέλοςπάντων,ο πάππος μου από εδώ τελικά εδέησε να δώσει τη συγκατάθεσή του.Είπε το <<ναι,να γίνει η δουλειά>> κι αυτό ήταν.Σε όλο το διάστημα που κράταγαν οι συζητήσεις,ο πατέρας όλο και έσπρωχνε τα πράγματα προς τη θετική κατεύθυνση με τον ένα και τον άλλο τρόπο.Αλλά προσεχτικά να μη προσκρούσει στην αδιαλλαξία και την απροθυμία του ιδιότροπου,καθώς είπε πατέρα του,ο οποίος εδώ που τα λέμε ήταν ο κύριος διαπραγματευτής και δεν το’χε σε τίποτε ν’ανάψει σε κάποια στιγμή και να τινάξει όλα στον αέρα.Κάτι το οποίο ως δυσάρεστη προοπτική είχε απομακρυνθεί μέχρι που η συζήτηση έβαινε προς αίσιο πέρας.Ηταν λίγο ιδιότροπος και απότομος ο πατέρας ,θα μας έλεγε στα κατοπινά χρόνια ο πατέρας μου,καλός-καλός αλλά όταν έπαιρνε ανάποδες στροφές ήταν ικανός να τα κάνει μαντάρα.Τέλος καλό όλα καλά.Εκοψαν λόγο οι συνομιλητές κι έδωσαν τα χέρια.Οδιαολάκος όμως που όλη την ώρα παρακολουθούσε αμέτοχος στην άκρη,εκεί που τον είχαν καταδικάσει όλοι στη σιωπή,δεν είχε πει τον δικό του,τοντελευταίο,λόγο.Περίμενε,φαίνεται υπομονετικά να του έρθει η σειρά και να βάλει την ουρά του χτυπώντας την κατάλληλη στιγμή.Τηνώρα,λοιπόν,που όλοι είχαν σηκωθεί από το τραπέζι ευχαριστημένοι από την αίσια κατάληξη της κουβέντας και εν μέσω αμοιβαίων ευχών και αντευχών ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν,τότε χτύπησε ο διαολάκος που είπαμε.Με θράσος και ιταμότητα τρύπωσε μέσα στο μυαλό του πάππου μου απ’εδώ,τον εκ πατρός,την ιδέα ως κατακλείδα,να ρωτήσει ως επισφράγιση της συμφωνίας:
<<Συμπέθερε,(σε τέτοιο βαθμό οικειότητας είχαν φτάσει κιόλας τα πράγματα)-είπαμε ο διαολάκος-μη ξεχάσεις την αγελάδα που συμφωνήσαμε>>.Τι ήταν και το’λεγε,τον έτρωγε ο στόμας του.<<Μα δεν είπα τέτοιο πράγμα>> διαμαρτυρήθηκε ο άλλος.
Από εκεί και ύστερα η κουβέντα ξέφυγε.Πες ο ένας,πες ο άλλος,κανένας δεν έκανε πίσω.Αγύριστα κεφάλια και οι δυο τους.
<<Τελικά ποιος είχε δίκιο;>> ρώτησα τον πατέρα και τη μάνα.Δεν ήξεραν και οι ίδιοι να πουν με βεβαιότητα.<<Είπαν τόσες κουβέντεςγια πολλή ώρα,που να τις θυμόμασταν>>.Ηταν η απάντηση και των δυονών.
Μέσα σε βαρύ κλίμα η αντιπροσωπεία αποχώρησε για τη Φιλιππιάδα.Το ναυάγιο είχε συντελεσθεί.
Απ όλους ο πιο στενοχωρημένος και ο πιο προβληματισμένος ήταν ο πατέρας μου,ο γαμπρός κατ εκείνη τη συζήτηση
-Ρε πατέρα ,του είπα εγώ τότε,γιατί δεν πάταγες κι εσύ ποδάρι να σταματήσει ο πάππος την απαίτησή του,αφού για σένα γινόταν η δουλειά και όχι για κείνον;Θράσος παιδικό και άγνοια των κανόνων από μέρους μου.
-Δε θα γινόταν τίποτε.Απάντησε ο πατέρας.Ισα-ίσα που θα χειροτέρευαν τα πράγματα.Βάραινε πολύ η γνώμη των πατεράδων εκείνα τα χρόνια σε τέτοιες περιπτώσεις.
-Τότε.Ατάκα από κοντά η ερώτηση.Πωςεφκιαξαν τα πράγματα;
-Κοίταξε να δεις,μου είπε ο πατέρας.Το σκέφτηκα πολύ το πράγμα.Ηξερα το χαρακτήρα του πατέρα μου,δεθα’κανε με τίποτε πίσω.Ο μόνος τρόπος που απέμενε ήταν η διπλωματία.Ενα γελάδι ήταν η διαφορά.Είχα κάτι οικονομίες,δανείστηκα από δω και από εκεί τα υπόλοιπα χρήματα και πήγα ο ίδιος στον Αγιώργη κρυφά στο σπίτι του μέλλοντα πεθερού μου.Πάρε,τουείπα,αυτά τα χρήματα που κοστίζει μια γελάδα και πήγαινε στον πατέρα μου και δωσ’τα του να τελειώσει η δουλειά.Είναι κρίμα και αμαρτίανα χαλάσει ο γάμος για μια γελάδα. Δέχτηκε.Είχε κι εκείνος πρόβλημα.Δεν παντρεύονταν εύκολα τα κορίτσια τότε χωρίς το δέλεαρ μιας σεβαστής προίκας.Κάτι για το οποίο δεν μπορούσε να καυχηθεί ο πεθερός μου τότε,που η προίκα που έταξε στη θυγατέρα του ήταν περίπου ασήμαντη,αν όχι και αποτρεική για τον κάθε επίδοξο γαμπρό.Είπε ο πατέρας χρόνια αργότερα.
Τα λέω εγώ τώρα αυτά τα λόγια με το δικό μου τρόπο.Ομως σεβόμενος τα ίδια τα πρόσωπα που μνημονεύω,προπάντων την ιστορική αλήθεια,χωρίς παραλλαγές και παρεμβάσεις.Προς τι άλλωστε;Είναι μαστόρισσα η ζωή.Πρώτα πλάθει τους χαρακτήρες των ανθρώπων και ύστερα τους μπλέκει σε ιστορίες και χορεύουν σε όποιο σκοπό αυτή θέλει.<<Εσύ μάνα της είπα,σε όλη αυτή τη φασαρία,τιέκανες,τι είπες;>>
<<Εγώ τι να έλεγα,παιδίμου,δε ρωτιούνταν τα κορίτσια σε τέτοια θέματα.Τον γαμπρό τον διάλεγαν οι γονείς και περισσότερο ο πατέρας.Οτι έλεγε εκείνος θα γινόταν.Το μόνο που έχω εγώ να πω είναι τούτο.Οταν τελικά έφκιαξε η δουλειά με φώναξε η συχωρεμένη η μάνα μου και ορθα-κοφτά μου είπε τα εξής λόγια.Θα παντρευτείς αυτόν από την Φιλιππιάδα,σερωτάω,λοιπόν για τελευταία φορά.Το σκέφτηκες καλά,σου άρεσε ο γαμπρός;Γιατί εμένα δεν μου πολυάρεσε.Κοίτα να δεις, μάνα,της είπα τότε εγώ.Θα τον πάρω να παντρευτώ,τι να κάνω αλλιώς.Το χωριό εδώ δεν έχει καμιά προκοπή,ενώ στη Φιλιππιάδα κάτω είναι αλλιώς τα πράγματα,θα μπορέσουμε να δουλέψουμε να ζήσουμε την οικογένεια.
-Ακου ‘δω του ειπώ και βαλ’το καλά στο μυαλό σου.Αμαπαντρευτείς,το βλέπεις κάτω χαμηλά τοτάμι πέρα στο, δρόμο μη τυχόν και μετανοιώσεις κι έρθεις μετά στο σπίτι εδώ στο χωριό να βρεις αποκούμπι.Να πέσεις στο ποτάμι και να πνιγείς.Πρόσεξε.
Ετσι φίλοι μου,έγινε ο γάμος του πατέρα και της μάνας μου.Αν βγάλετε τις συγκεκριμες ονομασίες τόπων και προσώπων,θα δείτε τέ σαν σε αντανάκλαση έναν χαρακτηριστικό,έναν τυπικό γάμο από τους συνηθισμένους γάμους της παλιάς εποχής εδώ στην επαρχία, στην περιοχή μας στα χρόνια που μιλάμε .Καμιά υπερβολή και καμιά σάλτσα από μέρους μου. Μόνο η δική μου έκφραση, ο δικός μου τρόπος. Όπως αυτός αναπόφευκτα διαμορφώθηκε από τα πράγματα. Κι όσο για το αστείο του πράγματος που λέγαμε στην αρχή, το είδατε αυτό πώς δημιουργήθηκε στην εξέλιξη της υπόθεσης. Συγκρούστηκαν η ξεροκεφαλιά και η πονηριά του ομηρικού Οδυσσέα και ο κόμπος λύθηκε ως δια μαγείας. Ούτε φωνές και φασαρίες, αναίμακτα.
Απλοί άνθρωποι οι ήρωες, απλά συνηθισμένα περιστατικά του καθημερινού βίου, αποτέλεσαν το υλικό στην ιστοριούλα μας εδώ. Αλλά πόσο διδακτικά και χρήσιμα. Και εύθυμα, μην το ξεχνάμε αυτό.
                                                                                                          Γενάρης 2017
                                                                                  Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος


«ΠΑΕΙ ΚΑΙ (ΑΥΤΗ) Η ΚΥΡΙΑΚΗ!»

Σήμερα είναι Κυριακή και τα καταστήματα δουλεύουν. Και πώς να μη τρέχει ο νους μου σε εκείνες τις παλιές Κυριακές της Αθήνας που προλάβαμε στα νιάτα μας. Τότε που αν δεν υπήρχε η πίεση του τσιγάρου και του καφέ μπορούσαμε να χουζουρεύουμε μέχρι το μεσημέρι. Να κοιτάμε το νταβάνι και να σκεφτόμαστε. Όχι φιλοσοφίες και τέτοια αλλά διάφορες τεχνικές για να πλησιάσουμε τη Πόπη, τη Μαρία ή την Αλέκα. Και απέξω στο δρόμο η απόλυτη ησυχία, αραιά και που κάποιο αυτοκίνητο εκδρομέων η καθυστερημένων ψαράδων. Νταν… νταν … νταν οι καμπάνες. Από τη Μιχαήλ Βόδα ακούμε τον Άγιο Παντελεήμονα και καμιά φορά τον Αγιο Μελέτη. Από τα Κάτω Πατήσια τον Άγιo Αντρέα και τον Αγιο Νικόλα της Αχαρνών. Με το καφέ και το τσιγάρο και η εφημερίδα. Το ΒΗΜΑ εκτός από την πλούσια ύλη είχε και πολύ καλό σταυρόλεξο. Από αυτό ξεκίναγα. Κάποια στιγμή αρχίζανε και μυρωδιές των φούρνων: σπιτίσιων και επαγγελματικών. Κοτόπουλο με πατάτες, γιουβέτσι με αρνί ή μοσχάρι. Εκείνη η τραγανή πέτσα που έκανε από πάνω το κριθαράκι ήταν θεσπέσια. Και από παντού τα ραδιόφωνα με τη μουσική τους . Από τις έντεκα μέχρι τη μία όλα συντονισμένα στο ίδιο πρόγραμμα. Μια ώρα διαφημιστική εκπομπή για την Columbia με σήμα την εισαγωγή από τη Συννεφιασμένη Κυριακή και μια ώρα της Odeon με σήμα από το Μέσ’ στα Κατάρτια Πετούνε οι Γλάροι. Και όταν άρχιζε νε γέρνει η μέρα προς το απόγευμα είχαμε μια ανάσα ακόμη από το γήπεδο. Μόνο που για μένα όλα εξαρτιόνταν από την ΑΕΚ. Μια νίκη της θα τραβούσε τη χαρά μέχρι αργά το βράδυ, ενώ μια ήττα θα βάραινε πιο πολύ τη γνωστή μελαγχολία του κυριακάτικου σούρουπου.
του Dimitris Koukoulas από το facebook  (14/1/2018)

42.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

Το προξενιό
του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Λέγαμε για την παρέα των τριών φίλων και το βραδινό κουβεντολόι τους εκείνο τον και ρό στο σπίτι μας. Να είναι έξω νύχτα σκοτάδι, να κάνει αέρα, και βροχή κι όλα τα ζωντανά, άνθρωποι και ζώα, να λουφάζουν παραδομένα στον πρώτο τους ύπνο και στο φτωχοκάλυβο να πηγαίνει η κουβέντα σύννεφο. Να έστηνες περαστικός, αργοπορημένος το αυτί σου απ’έξω, να απορείς και να σταυροκοπιέσαι. <<Μα τι ΄γινεται σ’αυτό το σπίτι, γιορτή έχουν κάθε βράδυ και δεν κοιμούνται, παρά κουβεντιάζουντου καλού καιρού, λες και δεν έχουν αυτοί προβλήματα.

Αιτία για την ακουστικότητα της κουβέντας που ξεπερνούσε τοίχους και πορτοπαράθυρα ήταν ο μπάρμπα Γιώργος, ο τρίτος της παρέας, με το δικό του ταμπεραμέντο και τις δικές του ατάκες. Εκεί που οι άλλοι δύο κουβέντιαζαν ήρεμα και χαμηλόφωνα, με το που ήρθε ο μπαρμπα Γιώργος οι συζητήσεις άναψαν και, φυσικά το θεματολόγιο διευρύνθηκε. Καινούριες ιστορίες, καινούριο ενδιαφέρον. Ο μπαρμπα Γιώργος το ‘τζουζε κι’όλας και, όταν ερχόταν, στην τσέπη του είχε μονίμως ένα μικρό μπουκάλι τσίπουρο από αποσταγμένο κούμαρο, δυναμίτη. Του το προμήθευε , έλεγε, ένας φίλος του πάνω από τη Νησίστα, τη Ροδαυγή.

Ήταν ευχάριστος τύπος ο μπαρμπα Γιώργος και είχε γούστο στην παρέα με το μονίμως εύθυμο πνεύμα και τις ατάκες του (ειχε και το πιοτό μερίδιο στην ευθυμία του). Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε στην κουβέντα του ξέφευγε από το συνιθισμένο μέτρο της εποχής του. Περιείχε λέξεις που δεν τις περιλάμβανε το κοινό γλωσσικό μας ιδίωμα τότε. Ακούστε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές που μπόρεσα να συγκρατήσω, εξαιτίας ακριβώς της πρωτοτυπίας τους και του ακαταλαβίστικου στο νοημά τους. Τι ακριβώς ήθελε να πει μόνο αυτός ήξερε υποθέτω. Έλεγε, για παράδειγμα, όταν ήθελε να σατιρίσει μια γυναίκα, μια κοπέλα, φαινομενικά φρόνιμη και σεμνή, μια σιγανοπαπαδιά καθώς λέμε, άκου τώρα χαρακτηρισμό περιγραφή :<<αγαπόρδο-μερακλοπόρδο, τα μαλλιά σαν Παναγία>>. Άντε τώρα εσύ, φίλε μου, να μου εξηγήσεις από πού προήλθε η ΄συνθεση της έκφρασης, τη στιγμή που εγώ  τόσα χρόνια από τότε δεν την ξανάκουσα από άλλο στόμα. Βέβαια, στο περίπου καταλαβαίνουμε κάπως, αλλά εκείνο το β΄συνθετικό στις σύνθετες αυτές λέξεις ποιος και πως το κόλλησε, όσο δεινός γλωσσοπλάστης και αν ήταν . Ή πάλι την έκφραση << Έχει η μάνα μας μαντίλια στην Άρτα>>, την άκουσε ποτέ κανείς σας; Ρωτάω , από περιέργεια μήπως είμαι ο μόνος μαζι με τους άλλους στην παρέα που την ακούσαμε. Ακόμα μια λέξη θα πω, την τελευταία, γιατί που να τις θυμάται κανείς όλες. <<Φιτσιόρλο>>, έλεγε μέσα-μέσα στη ροή της  κουβέντας και ανάθεμά με αν καταλάβαινα τι σήμαινε, που ξέχασα κιόλας σε ποια εννοιολογική περιοχή αναφερόταν από πλευράς έκφρασης, μπας και έπαιρνα μυρωδιά τι σήμαινε περίπου η λέξη.

Προφανώς, θα έλεγα, το θέμα να εντάσσεται στο γενικότερο ζήτημα με τη γλωσσική βαβέλ, την πολυγλωσσία του λεξιλογίου που χαρακτήριζε τη νεοελληνική μας γλώσσα μετά την Τουρκοκρατία εξαιτίας της αθρόας εισροής ξενότροπων γλωσσικών στοιχείων. Το θέμα χρίζει ασφαλώς ειδικής γλωσσικής μελέτης, γι’αυτό και το αφήνοιυμε. Θα περιοριστούμε σ’αυτό που είχαμε τονίσει προηγούμενα ότι δηλ. τους παλιούς, όπως τους γνώρισα εγώ, τους  χαρακτήριζε ένα είδος αυτόνομης έκφρασης και συμπεριφοράς, που τους διαφοροποιούσε από τους άλλους συγχωριανούς τους. Καθένας τους κουβαλούσε μαζί του το δικό του τύπο και τη δική του ιδιαιτερότητα ( πες και ιδιοτροπία) χωρίς να δίνει δεκάρα σημασία γιαυτο, μην τον κουτσομπολέψουν κλπ. Αφού όλοι σε ένα καζάνι βράζαμε ούτως ή άλλως. Φαινόμενο που χαρακτηρίζει τις μικρες κλειστές κοινωνίες .

Ποσώς λοιπόν, ένοιαζε και τον δικό μας εδώ μπαρμπα Γιώργο, αν οι ατάκες του και ο τρόπος του γενικά τύχαιναν της επιδοκιμασίας η όχι των άλλων, ίσα ίσα που οι συνομιλητές του ο μπαρμπα Κώστας και ο πατέρας μου το διασκέδαζαν κιόλας. Είπαμε, ήταν ευχάριστος τύπος ο μπαρμπα Γιώργος . Ήταν και κάποια χρόνια μεγαλύτερος κι αυτό του έδινε περισσότερο αέρα στην κουβέντα, συν και το πιοτό, φυσικά, το κούμαρο που του άναβε περισσότερο την εύθυμη διάθεσή του.

Επιμένω στους χαρακτήρες , παιδιά, και ίσως γίνομαι κουραστικός , σχολαστικός. Αλλά έτσι γίνεται το πράγμα, αν θέλουμε να είμαστε σωστοί στην κρίση μας, και όσο γίνεται πιο κοντά στην αλήθεια. Όχι με αφορισμούς και γενικεύσεις. Αυτού του τύπου οι κριτικές συνήθως τα βάζουν όλα, ξερά και χλωρά μαζί, σε ένα τσουβάλι και ο,τι ήθελε προκύψει. Έννοιες, όπως ανάπτυξη, πρόοδος, ή από την άλλη μεριά στασιμότητα, οπισθοδρόμηση – συνέβηκαν και συμβαίνουν ιστορικά ως αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης ατομικής και διασυλλογικής διεργασίας των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Άλλο που εμείς βλέπουμε ανάγλυφα το αποτέλεσμα εξωτερικώς και κρίνουμε κατά το δοκούν αυθαίρετα και αβασάνιστα. Το πιο συνηθισμένο. Όχι όμως και το πιο σωστό, το πιο ωφέλιμο. Η κάθε εποχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά.
Για παράδειγμα οι χαρακτήρες των ανθρώπων δομούνται και χτίζονται χρόνια ολόκληρα, για να αποτελέσουν τελικά τον καθρέφτη της κάθε γενιάς και κατά τη γνώμη μου αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα, ένα κομμάτι από τον κοινωνικό κορμό της Παλιάς Φιλιππιάδας του χτες. Έζησα τα πράγματα και τα πρόσωπα, ώστε να μην αμφιβάλει κανείς τουλάχιστον για την αυθεντικότητα της μαρτυρίας μου.

Το θέμα που εκείνο τον καιρό μονοπωλούσε στο χωριό την επικαιρότητα ήταν ένα προξενιό που βρισκόταν σε εξέλιξη. Προξενιές γινόνταν συνέχεια τότε που τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά. Οι γονείς απαγόρευαν στα κορίτσια τους οποιαδήποτε σχέση με τα αγόρια έξω από το στενό συγγενικό κύκλο. Ούτε ένα <<γεια>> και μια << καλημέρα>> δεν επιτρέπονταν να λέει το κορίτσι, χωρίς να προσέξει σε ποιον απευθυνόταν. Έπρεπε να δώσουν οι γονείς ην έγκριση πρώτα και ύστερα να ακολουθήσει ο γάμος στην περίπτωση που ερχόταν μια προξενιά. Αν δε συνέβαινε το αντίστροφο, να βάζουν οι γονείς πάλι κάποιον μεσάζοντα, έναν προξενητή, να μεσιτέψει στον υποψήφιο γαμπρό και την οικογένεια του για την κόρη τους και να τα πάλι, να στέλνει προξενιά στην οικογενεια της νύφης ο γαμπρός. Έτσι γίνονταν τότε οι περισσότεροι γαμοι.
Στην προκειμένη περίπτωση που μιλάμε εδώ, έτυχε ο γαμπρός να είναι συγγενής του μπάρμπα Γιώργου του ενός από την παρέα των τριών φίλων που ήξερε τα πράγματα από μέσα, ίσως και να τα κουβέντιαζε κιόλας. Να πούμε στο σημείο αυτό πως τόσο η υποψήφια νύφη όσο και ο υποψήφιος γαμπρός ήταν από τα καλύτερα και τα πιο όμορφα παιδιά του χωριού και όλοι εύχονταν να γίνει ο γάμος τους. Οι συζητήσεις όμως κωλυσιεργούσαν την υπόθεση και το αίσιο αποτέλεσμα δεν ερχόταν.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τον πολύ κόσμο ήταν και οι δυο φίλοι του μπάρμπα Γιώργου , ο πατέρας μου και ο μπάρμπα Κώστας, αλλά στις βραδινές συζητήσεις στο σπίτι μας απέφευγαν να κάνουν την παραμικρή νύξη σ ‘αυτόν για το θέμα σεβόμενοι την ιδιαιτερότητα του πράγματος. Έτσι κυλούσε ο καιρός και λευκός καπνός, σημάδι για την ευτυχή κατάληξη της υπόθεσης, δεν έβγαινε. Το πράγμα φαινόταν πως είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Κρίμα για την κοπέλα που ήταν στο αδύνατο μέρος και ένα αποτυχημένο συνοικέσιο δεν ήταν ό,τι καλύτερο γι’ αυτήν. Αυτά ίσχυαν τότε, να εξηγούμαστε.
Οπότε σε κάποια στιγμή ο μπάρμπα Κώστας με τον πατέρα μου αποφάσισαν οι δυο τους να παρέμβουν και να διευκολύνουν διακριτικά τα πράγματα. Θα δείτε πως.

Εκείνο το βράδυ, αφού διαπιστώθηκε η απαρτία – έπρεπε να είναι παρόντες και οι τρεις της παρέας ειδικά για την περίσταση- και μετά τα συνηθισμένα <<πως νυχτώσατε, πως περάσατε κλπ.>>, σε κάποια στιγμή πήρε το λόγο ο πατέρας μου και είπε (ήταν μέσα στο σχέδιο η αποστροφή, η αλλαγή κατεύθυνσης της κουβέντας) <<Τώρα το βραδάκι που γύριζα από την αγορά για το σπίτι, συνάντησα στην άκρη του δρόμου ένα κύριο, της ηλικίας μου ήταν, να στέκεται όρθιος δίπλα σ ’ένα αμάξι, μια κούρσα, και να παρατηρεί το δρόμο. Καθώς εγώ περνούσα με σταμάτησε και με ρώτησε να του ειπώ ποια ήταν η κοπέλα που μόλις είχε προσπεράσει και απείχε λίγα μέτρα από εμάς. Αυτή η λυγερόκορμη ξανθιά, ψηλή σαν κυπαρίσσι, η όμορφη με τα γαλανά μάτια, μου είπε χαρακτηριστικά.

Γύρισα εγώ και κοίταξα προς τη μεριά της κοπέλας μπροστά μας που βάδιζε αμέριμνη, χωρίς να υποπτεύεται πως μιλούσαμε γι’ αυτήν. <<Του είπα, ποια είναι, συνέχισε ο πατέρας μου. Είναι η τάδε κοπέλα, θυγατέρα του τάδε κλπ.>>
Εκείνος στάθηκε για κάμποσο και παρατηρούσε την κοπέλα, καθώς αυτή απομακρυνόταν. Ύστερα στράφηκε προς το μέρος μου και μου λέει << Πρώτη φορά βλέπω τόσο όμορφη κοπέλα. Εγώ, κύριε, μου είπε, είμαι από την Κόνιτσα, γεωπόνος, και λέγομαι Νικολόπουλος. Λοιπόν, αποφάσισα αυτήν την κοπέλα να την πάρω νύφη μου στο γιο μου που είναι κι αυτός γεωπόνος. Αύριο κιόλας Σάββατο το απόγευμα θα έρθουμε να τη ζητήσουμε από τους δικούς της>>.
Ακολούθησε μια βαριά σιωπή. Πρώτος μίλησε ο μπάρμπα Κώστας << Τι λες μωρέ, έτσι είπε πως θα ζητήσει αύριο την κοπέλα σε γάμο; Mπράβο τυχερό!>>. Όλα ήταν μέσα στο σχέδιο.

Ο μπάρμπα Γιώργος στο μεταξύ τσιμουδιά, παρά έδειχνε βαθιά συλλογισμένος. Όπου σε κάποια στιγμή εντελώς απρόοπτα σηκώθηκε να φύγει. << Πού πας, αφέντη, του είπε η μάνα μου από δίπλα, ακόμα δεν ήρθες και φεύγεις>>. Αφέντη, τον αποκαλούσε η συγχωρεμένη η μάνα μου τον μπάρμπα Γιώργο από σεβασμό, σαν μεγαλύτερος που ήταν και σαν μακρινοί συγγενείς που ήμαστε και η ίδια είχε έρθει νύφη από τον Αη-Γιώργη, το διπλανό χωριό παραπάνω. Συνήθιζαν αυτή την προσφώνηση οι γυναίκες του παλιού καιρού. Από σεβασμό είπαμε. Εκείνος έδειχνε αμετάπειστος. << Θα πάω σπίτι να ξαπλώσω, είμαι κουρασμένος, έχω και ένα πόνο εδώ στη μέση. Καληνύχτα σας>>, και στη στιγμή έφυγε.

Οι άλλοι δύο πίσω κοιτάχτηκαν στα μάτια. <<Λες;>>, ήταν το ερώτημα, καταλαβαίνετε τώρα. Τα πράγματα εξελίχτηκαν κατά το σχέδιο. Το άλλο κιόλας βράδυ, Σάββατο ήταν, ο μπάρμπα Γιώργος ήρθε πρώτος και καλύτερος στην παρέα με άλλον αέρα. Ήταν ολοφάνερη η αλλαγή. Η πρώτη του κουβέντα ήταν, απευθυνόμενος στον πατέρα μου. << Να πας να πεις αυτουνού του Νικολόπουλου να ψάξει αλλού για νύφη στο παιδί του. Σήμερα κόψαμε λόγο με τον συμπέθερο και τα παιδιά μας άλλαξαν δαχτυλίδια στην Άρτα στο χρυσοχοείο.>>

Η αποκωδικοποίηση τώρα. Ένα τέχνασμα, παραμύθι, ήταν τα περί συνάντησης του πατέρα μου και η κουβέντα με κάποιον Νικολόπουλο από την Κόνιτσα, λέει. Μια επινόηση, αρκετή να βάλει σε σκέψη την από εδώ μεριά του συνοικεσίου και να λυθεί έτσι ο γόρδιος δεσμός. Η κοπέλα ήταν τόσο καλή και όμορφη, όπως και το παλικάρι, και ήταν κρίμα, είπαμε να χαλάσει η προξενιά. Απόδειξη ότι τελικά ο γάμος έγινε και οι δύο νέοι αποτέλεσαν στη συνέχεια ένα θαυμάσιο αντρόγυνο. Έφκιαξαν μια ωραία οικογένεια και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Σαν πως κλείνουν τα παραμύθια με ευτυχισμένο τέλος. Η επιβράβευση και η νίκη του Καλού ενάντια στο Κακό. Αυτό είναι άλλωστε το επιμύθιο, το κλασικού τύπου δίδαγμα που συμπυκνώνει το περιεχόμενο μιας φανταστικής είτε πραγματικής διήγησης , όπως είναι το παραμύθι. Κάπως έτσι πλάστηκαν τα παραμύθια σ ’αυτόν εδώ τον κόσμο, επί τω σκοπώ να τέρψουν και να παρηγορήσουν, να δώσουν θάρρος και ελπίδα στον δοκιμαζόμενο από ταλαιπωρίες και βάσανα άνθρωπο. Μήπως και η ζωή του καθενός μας τελικά δε μοιάζει, δεν είναι ένα παραμύθι; Για σκεφτείτε το λιγάκι. Κι όσο για τα φανταστικά στοιχεία, των παραμυθιών, οι δράκοι και οι μάγισσες, μήπως, λέω, δεν είναι και τόσο φανταστικά μέσα στους ίδιους μας τους φόβους και μέσα στο συμβολισμό τους.
Δεκέμβριος 2017
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος

Λούρος...του Γιάννη Δάλλα

...Ο ΠΙΟ ΑΛΗΘΙΝΟΣ Λούρος σαλεύει κάτω απ΄ τα παιδικά μου χρόνια, πολύτιμη πείρα ζωής.
Μικρά παιδιά ξεχυθήκαμε μια μέρα απ΄ τα θρανία προς τα κει. Κάποιος περνούσε το δοκάρι, γλίστρησε. Μπήκε κολυμπήτης, πάλευε μέρες, ανάσυρε μια τραγιάσκα, ό,τι δεν κέρδισε ο Θάνατος. ( Θα πεις: συνηθισμένη ιστορία πνιγμού, κι όμως για πρώτη φορά μας αποκάλυπτε τη μοχθηρή φύση ενός ποταμού). 
Γιατί ο Λούρος είναι γεμάτος κρυφούς βίραγγες, αρπαγές από κλαδιά υδρόβια, κι ο άνθρωπος στροβιλίστηκε ώρες ώσπου γαντζώθηκε και βούλιαξε μέσα τους για πάντα. Έπεσε θύμα της πάλης του νερού και της βλάστησης, της πάλης που κάνει το ποτάμι να βολέψει την κοίτη του. Γιατί ο Λούρος σκάβει πάντα μες στην ίδια τη βλάστηση, αγκομαχά και ρέει ιδρώτας νερού, εκεί να ξερογγιάσει λίγες οργιές κάνουλα, όχι να βρει περάσματα να ξεφύγει. Και βλέπεις την ιτιά στις όχτες που φαγώνεται, μα ρίχνει θηλιές τα κλαδιά της μέσα του, όλο και πιο γυρτή, πιο κλαίουσα. Βλέπεις το πλατάνι που το σκεπάζει με το φύλλωμα, μα μόλις κρατιέται λες νήματα καταμεσίς στην κοίτη του, οι ρίζες του φαίνονται ολόκληρες σαν σε φυσική ακτινογραφία. Και παρακάτω που απλώνεται τέλμα, θερίζει το ψαθί μαζί με τη μπεκάτσα που, λαός, φτερουγίζει μέσα του. Τα σπίτια και οι άνθρωποι είναι, θαρρείς αντίγραφα δικά του. Απέξω ο θάμνος πυκνός πλημμύριζε τότε τους δρόμους και την αυλή, έφτανε στο κατώφλι. Μέσα κλειδωμένη η ζωή κυλούσε μακριά απ΄ τη θέα του ξένου ματιού...
(από το βιβλίο του Γιάννη Δάλλα ΣΤΟ ΡΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ)