...παλιές φωτογραφίες στο τέλος κάτω-κάτω...

«Το χαμένο Νόμπελ, μία χαμένη ιστορία»

της Ευγενίας Μάστορα
(ομιλία από την παρουσίαση στην Φιλιππιάδα του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα).

Ο τίτλος και μόνο του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα «Το χαμένο Νόμπελ» κεντρίζει το ενδιαφέρον  και κινητοποιεί τη σκέψη του αναγνώστη, ένα βραβείο Νόμπελ, η απόλυτη επιβεβαίωση του έργου ενός λογοτέχνη, ενός επιστήμονα, ενός ανθρωπιστή. Και έρχεται η προσθήκη «μία χαμένη ιστορία» να προσδώσει στο βιβλίο τον χαρακτήρα μίας ιστορικής καταγραφής των γεγονότων, που οδήγησαν στην απώλεια αυτού του βραβείου. Στο εξώφυλλο δεσπόζει η εικόνα του Νίκου Καζαντζάκη, οπότε αυτομάτως γίνεται ο συνειρμός: Καζαντζάκης -χαμένο Νόμπελ…Δικαίως, λοιπόν, αναρωτιόμαστε τι ήταν αυτό ή ποιοι ήταν αυτοί που στέρησαν από τον Νίκο Καζαντζάκη και κατά συνέπειαν από την ελληνική πεζογραφία, την ελληνική πνευματική παραγωγή ένα βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας;
Στη συνείδηση του Νεοέλληνα ο «εχθρός» συνήθως βρίσκεται εκτός των τειχών και είναι ο ξένος, ο αλλότριος, που στέκεται απέναντι και υπονομεύει και βάλλει εναντίον του δικού μας, του οικείου. Στην περίπτωση ,όμως , του Νίκου Καζαντζάκη οι «εχθροί» ήταν εντός των τειχών, αποφασισμένοι να στερήσουν από τον  Έλληνα λογοτέχνη το βραβείο Νόμπελ, αποφασισμένοι να υπονομεύσουν την προσπάθειά του για μία δεκαετία περίπου να κερδίσει το βραβείο.
Ποιοι ήταν αυτοί; Διαβάζοντας το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα διαπιστώνουμε τον πόλεμο που υπέστη ο Νίκος Καζαντζάκης από τους πνευματικούς του αντίζηλους, το εκκλησιαστικό, πολιτικό και ακαδημαικό κατεστημένο της χώρας. Όλοι αυτοί συνασπίστηκαν και κατάφεραν να διαβάλλουν στη Σουηδική Επιτροπή των βραβείων Νόμπελ ως άθεο, βλάσφημο και κομμουνιστή.
Στις 543 σελίδες του πολυσύνθετου βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα ο αναγνώστης θα «ταξιδέψει» στην ελληνική και διεθνή πνευματική σκηνή, θα γνωρίσει  τις λογοτεχνικές μορφές, τα πολιτικά πρόσωπα, τους εκκλησιαστικούς ταγούς εκείνης της περιόδου, για να συνειδητοποιήσει στο τέλος πως και τότε περίσσευαν τα πάθη, οι αντιπαλότητες, οι ανταγωνισμοί, για να συνειδητοποιήσει πως οι άνθρωποι ακόμη και αυτοί που ορίστηκαν να υπηρετήσουν το καλό, το ορθό, το υψηλό γίνονται έρμαια των προσωπικών τους αδυναμιών και παθών.
Ο Πρόλογος του βιβλίου δομείται σε μία αντίθεση, αιφνιδιάζεται κανείς διαβάζοντας τα γεμάτα μένος λόγια ενός χριστιανού ιεροκήρυκα, του Αυγουστίνου Καντιώτη, του μετέπειτα μητροπολίτη Φλωρίνης, στις 5 Νοεμβρίου 1956, τη μέρα της κηδείας του Νίκου Καζαντζάκη. Λέει ο Αυγουστίνος Καντιώτης:Η συντέλεια των αιώνων έφθασε…Βόθρος ρέει από τους ακάθαρτους ποταμούς , από τις σελίδες του ανήθικου. Σήμερα η Ελλάς κηδεύει με δημόσιον δαπάνη ποιον, τον υβριστή της Εκκλησίας μας. Φρίκη, ούτε ο υπόνομος των Αθηνών θα ανέδιδε τέτοια δυσωδία. Έφθασε η Δευτέρα Παρουσία”. Ενώ στη συνέχεια διαβάζουμε ένα απόσπασμα από την επιστολή που έγραψε στις 16 Μαρτίου 1959 ο Νομπελίστας συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ στη χήρα του Νίκου Καζαντζάκη “Έτρεφα πάντα μεγάλο θαυμασμό και, αν επιτρέπετε ένα είδος στοργής για το έργο του συζύγου σας…Ακόμα δεν ξεχνώ πως, τη μέρα που λυπόμουν να δεχτώ μια διάκριση που ο Καζαντζάκης άξιζε εκατό φορές περισσότερο, πήρα από εκείνον το πιο γενναιόδωρο απ΄ όλα τηλεγράφημα. Λίγο αργότερα κατάλαβα με τρόμο πως το μήνυμα αυτό ήταν γραμμένο λίγες ημέρες προτού πεθάνει. Μαζί του χάθηκε ένας από τους τελευταίους μεγάλους καλλιτέχνες. Είμαι από εκείνους που αισθάνονται και θα εξακολουθήσουν να αισθάνονται το κενό που άφησε”.
Ποιος ήταν , λοιπόν , ο Νίκος Καζαντζάκης; Και πώς μπορείς να ορίσεις τον άνθρωπο που διαφύλαξε μέχρι  το τέλος της ζωής του ως πολύτιμο θησαυρό την ελευθερία του πνεύματός του; Ο Νίκος Καζαντζάκης, την άνοιξη του 1947, όταν και ξεκινά ο Εμφύλιος Πόλεμος, θέτει από κοινού υποψηφιότητα με τον Άγγελο Σικελιανό για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Και αμέσως τίθεται  σε εφαρμογή ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός αγαστής διαπλοκής, που στόχο έχει να στερήσει από τον Έλληνα λογοτέχνη αυτή την ύψιστη τιμή… Ακαδημία, Εκκλησία, Πολιτικοί ξεκινούν έναν πόλεμο ύβρεων και χυδαιοτήτων, προκειμένου να ανακόψουν τον δρόμο του Καζαντζάκη για το Νόμπελ. Ο Σπύρος Μελάς, ακαδημαϊκός, δε θα διστάσει το 1951 να ταξιδέψει ως τη Σουηδία, όπου με τη συνεργασία του Έλληνα πρέσβη Ανδρουλή διέβαλαν τον Καζαντζάκη, κατηγορώντας τον για αθεϊα, κομμουνιστική ιδεολογία και διεφθαρμένες αντιλήψεις. Δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε αν ο Σπύρος Μελάς έδρασε μόνος του καθοδηγούμενος από την επίσημη πολιτεία. Και η Εκκλησία; Τον Φεβρουάριο του 1954 με έγγραφό της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατηγόρησε τον Καζαντζάκη για ιεροσυλία και ζήτησε να απαγορευθεί η κυκλοφορία των βιβλίων του « Καπετάν Μιχάλης», « Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», « Ο τελευταίος πειρασμός», υποστηρίζοντας ότι διασύρεται η Εκκλησία και προσβάλλεται μέσω αυτών η χριστιανική πίστη. Η Αρχιεπισκοπή Αμερικής δε καταδίκασε τα βιβλία ως άσεμνα και αθεϊστικά, ενώ το Βατικανό προέτρεψε να ριχτούν στην πυρά. Την ίδια στιγμή, το 1954, η Ιερά Σύνοδος απαιτεί τον αφορισμό του Καζαντζάκη…και στο σημείο αυτό το βιβλίο « Το χαμένο Νόμπελ» αποκαθιστά την αλήθεια, καθώς αφορισμός τελικά δεν υπήρξε…Τι συνέβη; Η ιεραρχία της Ελληνικής Εκκλησίας τον καταράστηκε με ένα βαρύ ανάθεμα , που ακολουθεί μέχρι σήμερα τον συγγραφέα ως στίγμα και βλασφημίας…Ως και η βασίλισσα Φρειδερίκη έσπευσε τον Ιανουάριο του 1954 να στείλει επιστολή, προκειμένου να μη δοθεί το Νόμπελ σε «ριζοσπαστικούς» Έλληνες, με το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα έβλαπτε «την ειρηνική πολιτική των Αγγλοσαξόνων…».Όσο για τον πνευματικό χώρο, λίγοι ήταν αυτοί που στάθηκαν στο πλευρό του και τον υποστήριξαν, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Μάριος Πλωρίτης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Ευάγγελος Παπανούτσος, όπως  λίγοι, μετρημένοι στα δάχτυλα,  ήταν και οι εκπρόσωποι της πολιτικής σκηνής, που τον στήριξαν, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Κων/νος Μητσοτάκης, ο Αλέξανδρος Σβώλος. Στον αντίποδα της ζοφερής ελληνικής πραγματικότητας, η Νορβηγία, η χώρα στην οποία τα βιβλία του εκδίδονταν και κυκλοφορούσαν ανεμπόδιστα. Η νορβηγική κυβέρνηση του πρότεινε να λάβει τη νορβηγική υπηκοότητα και διαβατήριο, ώστε να μετακινείται ελεύθερα, και η νορβηγική εταιρεία λογοτεχνών τον πρότεινε για Νόμπελ ομόθυμα…Ο Καζαντζάκης, όμως, αρνήθηκε…
Τ μετεμφυλιακά χρόνια η Ελλάδα βρήκε και ένα άλλο πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης, το συγγραφικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Στην Ελλάδα του ΄50 με νωπές τις πληγές και τις μνήμες του Εμφυλίου και έντονη την ανάγκη κατηγοριοποίησης των ανθρώπων σε «καλούς» και «κακούς», «δυνατούς» και «αδύναμους», «νικητές» και «ηττημένους» το ελεύθερο πνεύμα του Καζαντζάκη τίθεται υπό διωγμόν, αφού αρνείται να υποταχθεί.
Αυτή η «περιπέτεια» του Νίκου Καζαντζάκη, η δεκαετής περίπου προσπάθειά του να κερδίσει το Νόμπελ αποτελεί τον κύριο θεματικό άξονα του βιβλίου του Κώστα Αρκουδέα, χωρίς, όμως, να περιορίζεται μόνο σ΄ αυτό. Το «χαμένο Νόμπελ» του Καζαντζάκη στέκεται η αφορμή να ανοίξει μπροστά μας ένα κουτί πολύτιμων γνώσεων, από τον πολεμικό βιομήχανο Άλφρεντ Νόμπελ, που κληροδότησε όλη του την περιουσία για την καθιέρωση των βραβείων, επιδιώκοντας την εξιλέωση, τη βράβευση σημαντικών συγγραφέων όπως ο Χεμινγουέϊ, ο Έλιοτ, ο Καμύ, τον αποκλεισμό άλλων εξίσου άξιων όπως ο Ζολά, ο Τολστόι, ο Μπρεχτ, ο Κάφκα ως την Ελλάδα των εμφυλιακών και μετεμφυλιακών χρόνων με τις αντιπαλότητες, τις μικρότητες, τις διχόνοιες ακόμη και μεταξύ ανθρώπων του πνεύματος η γραφή του Κώστα Αρκουδέα ξετυλίγει ένα κουβάρι γεγονότων και προσώπων της εποχής εκείνης «ταξιδεύοντας» τον αναγνώστη στον χρόνο. Είναι βέβαια σαφές πως από την πλευρά του συγγραφέα έχει προηγηθεί διεξοδική έρευνα, για την ανάπλαση αυτής της περιόδου και αυτό επιβεβαιώνεται με το πλήθος  προσωπικών μαρτυριών, άρθρων, πληροφοριών, αποσπασμάτων από βιβλία και έγγραφα, επιστολών ,ιστοριών ανεκδοτολογικού περιεχομένου, τα οποία και  καθιστούν ταυτόχρονα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τη γραφή του βιβλίου. Στις 543 σελίδες πολλές φορές αιφνιδιάστηκα από δεδομένα που μέχρι πρόσφατα αγνοούσα όπως την υποψηφιότητα του Σουρή για Νόμπελ, την υποψηφιότητα ενός άγνωστου, φαντάζομαι όχι μόνο σε μένα λογοτέχνη, του Γιώργου Βουγιουκλάκη, τη σχέση του Μανόλη Αναγνωστάκη με τον Νίκο Καββαδία και πολλά ακόμη…Όλα αυτά τα συγκεντρωμένα στο βιβλίο στοιχεία δίνονται μ΄ έναν λόγο δοκιμιακό, αλλά είναι τέτοια η αλληλουχία των γεγονότων, η εξέλιξη τους που προσδίδει στο κείμενο έναν λογοτεχνικό αφηγηματικό χαρακτήρα και μια μυθιστορηματική πλοκή.
Αυτό ,επίσης, που μου προκάλεσε εντύπωση είναι ότι ο Κώστας Αρκουδέας δε δομεί το βιβλίο του σε ένα μανιχαϊκό μοντέλο, στην πάλη του καλού με το κακό. Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν αγιοποιείται ούτε αγιογραφείται…Ο συγγραφέας στέκεται με σεβασμό και ειλικρίνεια απέναντι στα «ψεγάδια», τις «γκρίζες ζώνες» που κάθε άνθρωπος φέρει, προσεγγίζοντας τον φερόμενο μισογυνισμό του, την επίμονη δημοσιοσχεσίστικη αλληλογραφία που ανέπτυξε με πρόσωπα και φορείς, τη στάση του κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου στην Ισπανία…Ο Κώστας Αρκουδέας ακολουθεί τη διαδρομή του Καζαντζάκη και την ίδια στιγμή τη ακολουθεί τη διαδρομή της χώρας μας. Το βιβλίο συνιστά κατά την άποψή μου και ένα ψυχογράφημα των νεότερων Ελλήνων. Η περίπτωση υπονόμευσης της υποψηφιότητας του Νίκου Καζαντζάκη από τους συμπατριώτες του φέρει στο φως, αποκαλύπτει και ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του λαού μας, την αναγωγή του μέτριου σε σημαντικό και τη διάθεση αποδόμησης, «αποκαθήλωσης» του άξιου, του σημαντικού, όταν αυτό δε χειραγωγείται, δεν «πατρονάρεται» και δε δέχεται να προσαρμοστεί στη «συνάφεια των πολλών». Ο καλοκουρδισμένος μηχανισμός υπονόμευσης της υποψηφιότητας του Νίκου Καζαντζάκη επιβεβαιώνει τη δολιότητα, τη μικροψυχία, την έλλειψη αξιοκρατίας, χαρακτηριστικά των Ελλήνων, που ενδεχομένως ερμηνεύουν πολλά από τα «κακώς κείμενα» της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Το 2017, 60 χρόνια μετά τον θάνατο του Νίκου Καζαντζάκη, ορίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως έτος Καζαντζάκη, στη διάρκεια του οποίου μνημονεύθηκε και τιμήθηκε το έργο του σπουδαίου Έλληνα συγγραφέα. 60 χρόνια μετά τον θάνατό του τα βιβλία του εξακολουθούν να εκδίδονται, να μεταφράζονται, να διαβάζονται. Σύμφωνα με τη διεθνή εταιρεία φίλων του Νίκου Καζαντζάκη έχουν καταγραφεί πάνω από 1000 εκδόσεις των έργων του Καζαντζάκη σε πάνω από 40 γλώσσες. Το έργο του «νίκησε» τον χρόνο, κατάφερε να φθάσει ως σήμερα διασώζοντας και θυμίζοντας σε όλους μας την πάλη για την ελευθερία της ψυχής και του σώματος, την αντίσταση στο ευτελές, τη θετική σκέψη, την  ανάληψη της ευθύνης, αρχές που ακολούθησε ο συγγραφέας «στην αναφορική τάξη του βίου του». Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν κατάφερε να κερδίσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ακολούθησε, όμως, το δικό του όραμα και συνέχισε ως το τέλος της ζωής του να γράφει…Κατάφερε δε να «επιζήσει» τη στιγμή που οι διώκτες του βυθίστηκαν στη λήθη, τη στιγμή που οι ιεροκήρυκες του καλού δε ζήτησαν μία επίσημη συγγνώμη για την ηθική απαξίωση και την πολεμική εις βάρος του.
Και καθώς έγραφα αυτόν τον επίλογο, διαβάζω στο διαδίκτυο μια δήλωση του Πατριάρχη Αλεξάνδρειας, του Κρητικού Πατριάρχη Θεόδωρου Β΄ στην εκδήλωση του Συλλόγου Ελλήνων Επιστημόνων Αλεξάνδρειας την Παρασκευή 17 Νοεμβρίου 2017: « Ο Καζαντζάκης ήταν ένας ταξιδευτής σ΄ όλη του τη ζωή. Γι΄ αυτό  και αισθανόταν τον εαυτό του σαν ένα πουλί, που δε τον χωρά η Γη, γιατί ήθελε να πετάξει, να γνωρίσει λαούς, να γνωρίσει θρησκείες», μία σπάνια αναφορά εκπροσώπου της Εκκλησίας στον  μεγάλο Έλληνα συγγραφέα. Και σκέφτομαι τον Νίκο Καζαντζάκη: « Και αυτή ΄ναι η αξία του ανθρώπου, να ζητάει και να ξέρει να ζητάει το αδύνατο, και να ΄ναι σίγουρος πως θα το φθάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν δεν ακούει τι του κανορχάει η λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του και εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται τι θάμα, που ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δεν μπορούσε να το μαντέψει: το αδύνατο να γίνει δυνατό»
 Σας ευχαριστώ.
 Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017
Σύλλογος Περί Βιβλίου Φιλιππιάδας
Ευγενία Μάστορα


   

41.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα.

Ο τρόπος των παλιών.Νυχτέρια.
-Κι αυτά που λες, Μήτρο...
του Μιλτιάδη Δ.Κωστάκου
Χειμωνιάτικο βράδυ,περασμένη ώρα έντεκα,και μέσα στο σπίτι μας,ένα φτωχοκάλυβο του παλιού καιρού,η κουβέντα συνεχιζόταν χαμηλόφωνα σε ένα αργό τέμπο,εναρμονισμένο με την κούραση των δύο συνομιλητών,αλλά και με τον αργόσυρτο ρυθμό που χαρακτήριζε γενικότερα την παλιά ζωή τότε.Ολα γίνονταν με τον αραμπά.Ποιος ο λόγος να βιαζόταν κανείς.Από χρόνο άλλο τίποτε.Μη χάσουν το μεροκάματο;Σιγά τις δουλειές…
Ερχόταν,που λέτε τα βράδια στο σπίτι μας ο μπάρμπα-Κώστας,οικογενειακός μας φίλος και κουβέντιαζε καλού καιρού με τον πατέρα μου τον Μήτρο όπως τον φώναζαν (παραλλαγή του ονόματος Δημήτριος,Δημήτρης,Μήτρος).Τους συνέδεε από χρόνια μεγάλη φιλία και όταν είχαν ελεύθερο χρόνο,αντάμωναν και συζητούσαν με τις ώρες.Αυτό συνέβαινε τις Κυριακές ως επί το πλείστον μετά την εκκλησία στο καφενείο του χωριού με τον πρωινό καφέ.Επειδή όμως οι Κυριακές αργούσαν να έρθουν,οι δύο φίλοι είχαν εγκαινιάσει ένα άλλου είδος αντάμωμα στο σπίτι μας τα βράδια ,ιδιαίτερα τα χειμωνιάτικα βράδια που κρατάνε περισσότερο από το μισό της ημέρας,από τις πεντέμισι με έξι το απόγευμα ως τις εφτά το πρωί. Τι κάνουμε σε όλο αυτό το διάστημα;Ως πόσο να κοιμηθεί κανείς;Μην κοιτάτε σήμερα που έχουμε ένα σωρό εναλλακτικές.Να πάμε στο καφενείο,να πιούμε και να διασκεδάσουμε.Να καθίσουμε στο σπίτι να δούμε τηλεόραση ως αργά τη νύχτα,τότε,που τέτοια πράγματα.Πρώτον, το καφενείο ήθελε όσο να κάνεις,κάποια λεφτά και ο καφετζής δε θα σε ξενύχταγε τζάμπα.Που να βρισκες όμως λεφτά τότε.Ούτε φως καλά- καλά ηλεκτρικό δεν υπήρχεΑυτό άργησε νάρθει,κα΄που εκεί στη δεκαετία του ΄60 άναψαν στα σπίτια οι πρώτες ηλεκτρικές λάμπες.Με το λυχνάρι και τη λάμπα με το λαμπόγιαλο έβγαζε ο κόσμος τις βραδιές τότε.Το μόνο παρήγορο ήταν το τζάκι με τη φωτιά.Εβαζε η μάνα δυο τρία χοντρά ξύλα,κούτσουρα αν ήταν ,καλύτερα,γύρω από την πυροστιά ν’ανάψουν σιγά-σιγά στη θρακιά,για να κρατήσουν τη φωτιά κάμποσες ώρες και να μην καούν γρήγορα,γιατί την πυρά,τη ζεστασιά την κρατάνε  τα κούτσουρα και όχι τα λιανόκλαδα.Εστρωνε η μάνα για το <<καλωσόρισες>> ένα πρόχειρο φτωχικό δείπνο σταυροπόδι για την περίσταση,λίγο ξερό καλαμποκίσιο ψωμί,λίγες ελιές,έκοβε κι ένα κρεμμύδι,να <<σταυρώσουν>> κατά το έθιμο και αυτό ήταν όλο.
Υστερα άρχιζε η κουβέντα.Εδώ πια ήταν όλη η ουσία.Μπορεί να έλειπαν τα κομφόρ και οι πολυτέλειες.Μπορεί το φαγητό να ήταν λιτό και φτωχικό.Στην κουβέντα ήταν η αποθέωση.Πραγματική απόλαυση για έναν ακροατή,όπως τύχαινε να ήμουν εγώ που δεν έχανα με τίποτε την ευκαιρία να κάθομαι ανάμερα να τους παρακολουθάω και να ακούω τις ατέλειωτες συζητήσεις τους.Κάθονταν,θεός σχωρέσ’τους,οι δυό τους από τη μια και την άλλη άκρη στο τζάκι προς τον τοίχο,τις κορφές,καθώς τις λέγαμε εμείς στο σπίτι μας τότε τις θέσεις αυτές, και κουβέντιαζαν του καλού καιρού με τις ώρες.Εγώ εκεί ν’ακούω και συνάμα να ους σπουδάζω.Κοτζάμ παιδί ήμουν από τα εφηβικά μου χρόνια ως πέρα την πρώτη μου νιότη και δεν αρκούμουν μόνο να τους ακούω,αλλά με τον καιρό μου έκαναν εντύπωση οι μορφές τους,πόσο άλλαζαν κατά τη διάρκεια της κουβέντας.Κυριολεκτικά μεταμορφώνονταν ,τόσο που μου έδιναν την εντύπωση πως μπροστά μου δεν είχα τα συγκεκριμένα πρόσωπα,τα γνωστά μου και συνηθισμένα στην καθημερινή μου ζωή,τον πατέρα μου δηλ.και τον μπάρμπα-Κώστα.Λες και κάποια καλή νεράιδα μάγισσα,βγαλμένη από τα παραμύθια,με το μαγικό της ραβδάκι ερχόταν εκεί δίπλα μας στη φωτιά στο τζάκι και έκανε τα μαγικά της.Πότε τους έδειχνε σοβαρούς και στοχαστικούς να συσκέπτονται και να σχολιάζουν τα τρέχοντα ζητήματα του χωριού,την επικαιρότητα πως λέμε σήμερα.Και πότε γίνονταν παιδιά με τα προσωπά τους να λάμπουν από μια εσωτερική χαρά και ευθυμία,όταν η κουβέντα περιστρέφονταν γύρω από αστεία περιστατικά του κοινωνικού βίου,παθήματα και κωμικές καταστάσεις που βγάζουν γέλιο.
Οι αρχαίοι μας πρόγονοι τις θεατρικές τους παραστάσεις ξέρετε πως τις ονόμαζαν;Διδασκαλίες.Με ό,τι σημαίνει η λέξη στη στενότερη θεατρική της χρήση αλλά και στην ευρύτερη κοινωνική και ηθική διαπαιδαγώγηση των θεατών.Κάπως έτσι μπορούμε να εννοήσουμε την κουβέντα των δύο φίλων που είπαμε,του μπάρμπα Κώστα και του πατέρα μου.Ουτε λίγο ούτε πολύ οι δυό τους έδιναν σωστές παραστάσεις τα βράδια στο σπίτι μας,αναλαμβάνοντας αυτόκλητα και αυθόρμητα ο καθένας τους το δικό του ρόλο.Ο πατέρας μου,τσαγκάρης,επιδιορθωτής υποδημάτων,μπαλωματής στην αγορά,έβλεπε και μάζευε πάσης φύσεως πληροφορίες,υλικό για την,ας πούμε βραδινή ειδησεογραφία.Ιδια και ο μπάρμπα-Κώστας,μεσίτης ζώων το επαγγελμά του,εκτός από την αγορά είχε παραστάσεις άμεσες από τα γύρω χωριά που λόγω της δουλειάς του περιέτρεχε από σπίτι σε σπίτι κυριολεκτικά,πόρτα-πόρτα δηλκαι έτσι έπαιρνε πληροφορίες από πρώτο χέρι.Ολο αυτό το πληροφοριακό υλικό αποτελούσε κατά κάποιον τρόπο το ρεπερτόριο στην παράσταση της βραδιάς που επακολουθούσε με το κλείσιμο της ημέρας.Εννοείται ότι το σύνολο αυτό των πληροφοριών κατά την επί μέρους βραδινή παρουσίαση περνούσε από ένα σχετικό ρετουσάρισμα,επεξεργασία δηλ,εκτός από τον σχολιασμό που ακολουθούσε.Επρόκειτο με άλλα λόγια για μια παράσταση,μια ζωντανή εκπομπή,για να χρησιμοποιήσουμε την ανάλογη έκφραση του συρμού σήμερα.Και προκειμένου για τους δυό φίλους που μιλάμε εδώ ,μπορούμε να πούμε πως για την εποχή τους ήταν οι καλύτεροι παρουσιαστές για το μοναδικό τρόπο και τη ζωντάνια της αφηγηματικότητας που τους χαρακτήριζε.Ειδικότερα ο μπάρμπα-Κώστας έδινε πραγματικό ρεσιτάλ στον τομέα αυτό καθότι πιο κοσμογυρισμένος και η γλώσσα του,αν και κάπως αργόσυρτη,πήγαινε ροδάνι από το καθημερινό αλισβερίσι ως διαμεσολαβητής μεσίτης ανάμεσα στο ζωέμπορα και τους πελάτες του.Η ανεσή του αυτή στα τερτίπια του λόγου του έδωσε με τον καιρό την ικανότητα να διακρίνει το εύθυμο και το κωμικό στις κατά τα άλλα σοβαρές συναλλαγές και σχέσεις του.Με άλλα λόγια ήξερε τον καθένα με την πρώτη πόσο μέτραγε και πόσο ζύγιζε.
Ήταν όμως καλός άνθρωπος, γιατί πως αλλιώς να γινόταν εφόσον έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στον εργοδότη ζωέμπορο και στο συμφέρον των νοικοκυραίων που πουλούσαν το βιος τους, τα ζώα εν προκειμένω. Μια σχέση δηλαδή που σφυρηλατούνταν εκ των πραγμάτων πάνω στην αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Με αυτά και μ’ αυτά ο μπάρμπα Κώστας ήταν ο κυρίαρχος στις συζητήσεις της βραδιάς και προσωπικά κρεμόμουν από τα χείλη του να τον ακούω, καθώς είχε το πρόσθετο πλεονέκτημα να διανθίζει συχνά το λόγο του με ατάκες πρωτάκουστες για το δικό μας γλωσσικό ιδίωμα, προϊόν της πολυποίκιλης συλλογής λέξεων και ορολογιών από τις συναλλαγές του στα διάφορα χωριά ολόγυρα που το καθένα τους είχε τις δικές του γλωσσικές ιδιαιτερότητες.
Έχει τη σημασία του αυτό στον τρόπο της επικοινωνίας, η χάρη δηλαδή και η ευλυγισία του ομιλητή στην έκφραση και μην κοιτάτε τη σημερινή δημοσιογραφική εκφορά του λόγου στα ΜΜΕ, που η έκφρασή του είναι στιλιζαρισμένη και περιορισμένη μέσα σε τυπικά πλαίσια τόσο που καταντάει βαρετό για τον ακροατή ν’ ακούει συνέχεια μια κατά τα άλλα ανούσια γλώσσα, ξερή και μηχανική σαν το χτύπο της γραφομηχανής.
Ο εν λόγω μπάρμπα-Κώστας είχε ζωντάνια και πρωτοτυπία στο λόγο του τέτοια που σε αιχμαλώτιζε από την αρχή ως το τέλος.
Κι αυτά που λες, Μήτρο.
Ήταν η συνηθισμένη του ατάκα που την έλεγε, όταν στο λόγο του απόσωνε μια ενότητα, ένα κομμάτι με δική του ολοκληρωμένη νοηματική πληρότητα, όχι ο επίλογος στην όλη του αφήγηση αλλά μια διακοπή, μια στάση, για να συνεχίσει παρακάτω. Πέντε-δέκα δευτερόλεπτα υπόθεση, να τονώσει το ενδιαφέρον του συνομιλητή του και ο ίδιος να κοντρολάρει τη δική του σκέψη και να ξετυλίξει την υπόθεση περνώντας σε κάτι άλλο και ανανεώνοντας έτσι το ενδιαφέρον. Άσε το λεξιλόγιο που ο συχωρεμένος ο μπάρμπα-Κώστας χρησιμοποιούσε στην αφήγησή του. Κρίμα που όσο κι αν προσπάθησα και προσπαθώ είναι αδύνατο να θυμηθώ, καθώς είπα ατάκες του.
Όπως πάλι αυτή εδώ «τ’ ακούς, τ’ ακούω», που συνήθιζε να λέει μέσα-μέσα ως σχήμα στροφής και αντιστροφής με ερώτηση και ταυτόχρονη την απάντηση από τον ίδιο τον ερωτώντα. Χαρακτηριστικό που συναντάται συχνά στη δημοτική μας γλώσσα, ιδιαίτερα στη δημώδη ποίηση. «Μην ο Καλύβας έρχεται μην ο Λεβεντογιάννης. Μηδέ ο Καλύβας έρχεται  μηδέ ο Λεβεντογιάννης».
Εδώ θα χρειαστεί μια διευκρίνιση. Εκείνα τα χρόνια στο χωριό δεν ήταν ο μπάρμπα-Κώστας, που λέω εδώ ο μόνος καλός αφηγητής στις συζητήσεις. Ήταν και άλλοι εξίσου καλοί. Τους άκουγα και τους απολάμβανα στο καφενείο το περισσότερο, που τότε ήταν ένα είδος λαϊκής Βουλής, για διάφορα θέματα κοινής ωφέλειας και προβληματισμού. Εγώ τους άκουγα με προσοχή και τους θαύμαζα εκείνες τις στιγμές που αγόρευαν. Γιατί περί αγόρευσης επρόκειτο, αφού οι ομιλητές απευθύνονταν ,μπροστά στους συγχωριανούς, που πότε άκουγαν προσεκτικά και πότε φωνασκούσαν εκδηλώνοντας τις αντιρρήσεις και διαφωνίες τους.
Σήμερα στις διάφορες λαοσυνάξεις οι ακροατές είτε γιατί είναι κατευθυνόμενοι θετικά ή αρνητικά προς τους αγορητές είτε αδυνατούν για διαφόρους λόγους να παρακολουθήσουν τον ειρμό των λεγομένων, αντιδρούν με γιουχαΐσματα και άλλες αποδοκιμασίες. Τότε τα πράγματα και τα πνεύματα ήταν πιο ήρεμα  και ο καθένας  μπορούσε εύκολα να πάρει το λόγο, ειδικά μέσα στο καφενείο, όπου το ακροατήριο είναι έτοιμο προς ακρόαση. Οι γνωστές χωριάτικες γραφικότητες, θα πεις.
Έτσι όμως εκπαιδεύονταν οι πάντες στο λόγο αναγορευόμενοι περίπου σε αυτοσχέδιους λαϊκούς ρήτορες κατά τις περιστάσεις. Εκτός αυτού η απουσία της τηλεόρασης, των κινητών τηλεφώνων και των άλλων σύγχρονων μέσων επικοινωνίας και πληροφόρησης  παρακινούσε τους παλιούς τότε ανθρώπους να πάρουν το θάρρος να σηκώνονται πολλές φορές από τη θέση τους, την καρέκλα όρθιοι και να μιλάνε από στήθους για διάφορα θέματα, επί παντός επιστητού που λέμε. Σιγά-σιγά με τον καιρό η θεματολογία στο καφενείο εμπλουτίσθηκε και επεκτάθηκε και σε άλλα ενδιαφέροντα, λιγότερο σοβαρά, όπως αφηγήματα εύθυμα, και πειράγματα ιστοριούλες δηλαδή με ήρωες τους ίδιους συγχωριανούς στο στυλ «ξέρεις τι έπαθε σήμερα ο τάδε;». Πιπεράτες δηλαδή ιστορίες βγαλμένες μέσα από την καθημερινή ζωή, επιλεγμένες όμως και διασκευασμένες έξυπνα από εμπνευσμένους τεχνίτες του λόγου, που έχουν πηγαίο ταλέντο στην αφηγηματικότητα, τόσο που βγάζουν γέλιο στο παραμικρό ασήμαντο περιστατικό. Χαρακτηριστικό γνώρισμα και προνόμιο στις παλιές κλειστές κοινωνίες, όπου οι άνθρωποι, απομονωμένοι και σχεδόν αποκομμένοι από τις εξελίξεις του ευρύτερου χώρου, εύρισκαν στις συζητήσεις του είδους που είπαμε ευκαιρία να σπάσουν το περίβλημα της εσωτερικής απομόνωσης και να εκφραστούν ελευθέρα.
Στην προφορική παράδοση κάθε τόπου, ιδιαίτερα στην επαρχία, επιζούν τέτοιες ιστοριούλες που τις μολογάνε στα καφενεία και σήμερα οι ντόπιοι, απαράλλαχτες , όπως τις άκουσαν από τους πατεράδες τους. Έχουν, με άλλα λόγια, ενδιαφέρον λαογραφικό τα αφηγήματα αυτά, καθώς διασώζουν ιστορικά τη γλώσσα και το πνεύμα του λαού μας. Κι ας μην έχουν καταγραφεί σε ξεχωριστή μερίδα επιστημονικά παρά μόνο από τη λαϊκή προφορική κατά τόπους παράδοση.
Κάντε τις συγκρίσεις, τι γινόταν χτες και τι γίνεται σήμερα, και θα το διαπιστώσετε.
Στα δικά μας τώρα.
Που λέτε, στην παρέα των δύο φίλων προστέθηκε σε κάποια στιγμή και ένας τρίτος ακόμη, ο μπάρμπα-Γιώργος. Μπάρμπας λεγόταν αρχικά ο θείος κάποιου. Με τον καιρό η σημασία πέρασε και σε κάθε ηλικιωμένο άνθρωπο, ιδιαίτερα ως πρόθεμα κυρίων ονομάτων (μπάρμπα-Κώστας, μπάρμπα-Γιάννης κλπ). Άλλη περίπτωση ετούτος, ο μπάρμπα-Γιώργος. Πιο γραφικός, πιο διασκεδαστικός, πιο εκδηλωτικός.  Με τις δικές του ατάκες. Η παλιά εποχή δεν αρέσκονταν στην ομοιομορφία, παρά έβγαζε διαφορετικά μοντέλα, τύπους ανθρώπων, με χαρακτηριστικές τις διαφορές μεταξύ τους, έτσι που ο καθένας τους είχε τη δική του ξεχωριστή θέση στην πινακοθήκη των ηρώων της καθημερινής ζωής, μοναδικός και ανεπανάληπτος.
Κάπου εδώ ίσως να εντοπίσουμε την αδυναμία και την κακοδαιμονία της εποχής μας. Που όλα τα έβαλε, ανθρώπους , ιδέες κάτω από την ισοπεδωτική ζεύγλη , το ζυγό της ομοιομορφίας. Εξαρτήματα μιας μηχανής, χωρίς έμπνευση και πρωτοβουλία. Σαν τους εργάτες στα εργοστάσια με τις ομοιόμορφες στολές. Η μεγαλύτερη δυστυχία για τους Έλληνες μετανάστες παλιότερα στη Γερμανία ήταν η ομοιομορφία και η μονοτονία στη δουλειά τους που τους έσπασαν τα νεύρα και τους δημιούργησαν ψυχολογικά προβλήματα. Άγνωστα μέχρι τότε στη ράτσα μας που μπορεί να ζούσαν φτωχικά αλλά είχαν το κεφάλι τους καθαρό και ξένοιαστο. Όπως οι τρείς φίλοι μας εδώ. Ο μπάρμπα-Κώστας, ο πατέρας μου και ο τρίτος της παρέας ο μπάρμπα-Γιώργος. Τρεις άνθρωποι, τρεις ψηφίδες στο δάπεδο φαινομενικά όμοιοι αλλά και τόσο διαφορετικοί. Κάτι που δεν τους εμπόδισε να ταιριάξουν μεταξύ τους και να αποτελέσουν ένα ακαταμάχητο τρίο. Κι ας έπαιζε ο καθένας τους το δικό του μουσικό όργανο στο δικό του σκοπό.
Αλλά θα τους δούμε καλύτερα και θα τους απολαύσουμε στο παρακάτω περιστατικό, που θα πούμε στη συνέχεια. Για να καταλάβετε.
Κι αυτά που λες, Μήτρο… ο τρόπος των παλιών που είπαμε εξαρχής.
Δεκέμβριος 2017

ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ Δ. ΚΩΣΤΑΚΟΣ. 

Το «χαμένο νόμπελ» για το Καζαντζάκη Η «αληθινή ιστορία» στο βιβλίο και λιγότερο στην ταινία

της Ρούλας Χρήστου
Αυτό που δεν κατάφερε ο Σμαραγδής το κατόρθωσε πριν απ΄αυτόν ο Αρκουδέας.
 Αν ανήκετε σ΄αυτούς που η ταινία για τον Καζαντζάκη δεν ήταν αυτό που περιμένατε, το βιβλίο για το Καζαντζάκη που  κυκλοφορεί  εδώ και δυο  χρόνια , θα σας ανταμείψει. Μόνο που το βιβλίο «το χαμένο νόμπελ», μια «αληθινή ιστορία», λίγοι το γνωρίζουν σε σχέση με την πρόσφατη βιογραφική ταινία για τον Καζαντζάκη. Οι λόγοι είναι ευνόητοι.

Ο σύλλογος «περί βιβλίου» Φιλιππιάδας παρουσίασε Σάββατο βράδυ στην πόλη το εξαιρετικό βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα που εδώ και δύο χρόνια επανεκδίδεται συνεχώς και κατέθεσε μ΄αυτό τον τρόπο μια σημαντική πρόταση για το αναγνωστικό κοινό ενόψει εορτών και με αφορμή το έτος Καζαντζάκη.

Στο «χαμένο νόμπελ» τα πράγματα παρουσιάζονται όπως ήταν. Όπως είναι. Ο Καζαντζάκης σαφώς και άξιζε το νόμπελ λογοτεχνίας που για μια δεκαετία πάλευε με ζέση να το αποκτήσει αλλά ποτέ δεν δικαιώθηκε. Οι ελληνικές κυβερνήσεις κι η χριστιανική εκκλησία (καθολική και ορθόδοξη) έκαναν το θαύμα τους και παραμένουν αμετανόητοι. Κυρίως η εκκλησία δια των εκάστοτε ιεραρχών της. Στέρησαν από τηνΕλλάδα ένα ακόμη νόμπελ.


Τον Καζαντζάκη δεν τον αφόρισε η εκκλησία αλλά τον αναθεμάτισε. Κι αν για τον Βενιζέλο ήρθη μόλις πριν λίγα χρόνια το ανάθεμα, για τον Καζαντζάκη υφίσταται εξήντα χρόνια μετά το θάνατό του.

Ο Αρκουδέας σ΄όλο το πρώτο μέρος του βιβλίου του αναφέρεται στην ιστορία του θεσμού των νόμπελ για να δώσει το περίγραμμα της εποχής και των ηθών και μετά βιογραφεί τον Καζαντάκη. Τον βιογραφεί χωρίς να τον αγιοποιεί.φωτίζει όλες τις πλευρές τους χωρίς να παρασύρεται από το αίσθημα αδικίας για το νόμπελ που δεν του αποδόθηκε ή από τον σεβασμό μπρος στη μεγαλοσύνη του πνεύματος που σκιαγραφεί. Κάτι που δεν πετυχαίνει η ταινία για τον  Καζαντζάκη. Η ταινία απλώς τον υμνεί και εξιδανικεύει πτυχές του που δεν χρήζουν εξιδανίκευσης γιατί είναι απλώς ανθρώπινες ή ιδιαιτερότητες του καθενός.

Ο συγγραφέας του βιβλίου καταφέρνει και βιογραφεί τον μεγάλο λογοτέχνη ιστορώντας ταυτόχρονα και την πολιτικοκοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα με τον υπόλοιπο κόσμο εκείνα τα χρόνια.

Το «χαμένο νόμπελ» όπως ειπώθηκε και στην παρουσίαση του βιβλίου είναι πολλά βιβλία μαζί κι όχι ένα.  Είναι από τα καλύτερα βιβλία των τελευταίων χρόνων και απευθύνεται σε κάθε αναγνώστη. Μανιώδη ή περιστασιακό.

Την παρουσίαση του βιβλίου στη Φιλππιάδα ανέλαβαν οι φιλόλογοι Ιωάννα Παππά και Ευγενία Μάστορα με συντονιστή τον έτερο φιλόλογο Θεόδωρο Παπαδιώτη. Ο συγγραφέας κατέθεσε και προφορικά , ερευνητικά στοιχεία του για τις δολοπλοκίες πίσω από τα νόμπελ γενικότερα,  τον Καζαντζάκη ειδικότερα και υπέγραψε βιβλία του.

Δυστυχώς από πλευράς συμμετοχής η εκδήλωση, έπεσε θύμα των αλλεπάλληλων βιβλιοπαρουσιάσεων. Παρότι είχε αρκετό κόσμο, δεν είχε τόσους όσους θα άξιζε στο παρουσιαζόμενο βιβλίο.

Το ΓΕΛ ΘΕΣΠΡΩΤΙΚΟΥ σε διακρατική συνάντηση σχολείων

Τη Δευτέρα 6 και Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017 πραγματοποιήθηκε στο χώρο του Γενικού Λυκείου Θεσπρωτικού η πρώτη διακρατική συνάντηση των υπεύθυνων εκπαιδευτικών των σχολείων που συμμετέχουν στην εκπόνηση του Ευρωπαϊκού Προγράμματος ERASMUS+ Δράση ΚΑ2 «Συνεργασία για την καινοτομία και την ανταλλαγή καλών πρακτικών» με τίτλο European Path (e) Motion και κωδικό αριθμό 2017-1-EL01-KA219-036151, διάρκειας 2 ετών και συγκεκριμένα για τα σχολικά έτη 2017-18 και 2018-19.
Στο Πρόγραμμα με κεντρικό θεματικό άξονα τα ευρωπαϊκά μονοπάτια διαχειρίζεται ως συντονιστής το Γενικό Λύκειο Θεσπρωτικού, ενώ συμμετέχουν ακόμη τα σχολεία:
1. Istituto di Istruzione Superiore “Caminiti – Trimarchi”, Giardini Naxos, Italy
2. Liceul Theoretic “Aurel Lazar”, Oradea, Romania
Οι υπεύθυνοι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν στη συνάντηση συζήτησαν στα πλαίσια της καλής συνεργασίας και συντονισμού αποφασίζοντας για το χρονοδιάγραμμα που πρόκειται να ακολουθήσουν καθώς και το ακριβές περιεχόμενο των προβλεπόμενων δράσεων όσων αφορά το τρέχον έτος. Επίσης όρισαν τον ακριβή χρόνο πραγματοποίησης της πρώτης κινητικότητας μαθητών και καθηγητών μεταξύ των τριών χωρών, η οποία πρόκειται να πραγματοποιηθεί τον Μάιο 2018 με χώρα υποδοχής την Ιταλία. Η δεύτερη κινητικότητα μαθητών και καθηγητών ορίστηκε για τον Δεκέμβριο 2018 με χώρα υποδοχής τη Ρουμανία. Η τρίτη και τελευταία κινητικότητα μαθητών προγραμματίστηκε για την άνοιξη του 2019 με χώρα υποδοχής την Ελλάδα.

Συζητήθηκε ακόμη και αποφασίστηκε η δεύτερη διακρατική συνάντηση των εμπλεκόμενων με το πρόγραμμα καθηγητών να πραγματοποιηθεί στη Σικελία τον Σεπτέμβριο 2018. Στην πρώτη αυτή διακρατική συνάντηση οι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν, είχαν την ευκαιρία γνωριστούν στα πλαίσια της καλής φιλοξενίας και να επικοινωνήσουν μέσα σε άριστο κλίμα αναδεικνύοντας τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από ανάλογες δράσεις.

Η παιδαγωγική Ομάδα του ΓΕΛ Θεσπρωτικού

Αξια εκπροσώπηση της Φιλιππιάδας στον 35 Μαραθώνιο της Αθήνας















Μια παρέα Φιλιππιαδιωτών πρωί Κυριακής 12 Νοεμβρίου 2017 στην αφετηρία στον Μαραθώνα.
Σε λίγο θα δοθεί η εκκίνηση και μαζί με άλλους 18.500 δρομείς θα ξεκινήσουμε για τα 42.195 μέτρα..
Η χαρά περισσεύει,φαίνεται στα πρόσωπα.
Ξεχωριστή μέρα για όλους μας,θα γίνουμε μέρος μιας μεγάλης γιορτής.
Στη φωτογραφία από αριστερά (στην παρένθεση ο χρόνος που τερμάτισαν στο Καλιμάρμαρο):
ΤΣΩΛΗΣ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ (4 ώρες και 49 λ)
ΖΗΚΟΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ    (5 ωρες και 50 λ)
ΚΟΤΖΙΑ ΖΩΗ  (4 ωρες και 19 λ)
ΖΗΚΟΣ ΘΩΜΑΣ (4 ώρες και 43 λ)
ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ  (3 ωρες και 44 λ)
ΖΑΨΑΣ ΛΟΥΚΑΣ  (4 ώρες και 8 λ)
Ο Παύλος Χατζόπουλος με τα παδιά του μετά τον τερματισμό στο Παναθηναικό Στάδιο.


Εκδήλωση για το βιβλίο ΕΙΚΟΣΙ ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΜΟΝΟ...

Καταπληκτική επιτυχία σημείωσε η παρουσίαση του βιβλίου <<Είκοσι τρεις μήνες μόνο…>>της Χρυσάνθης Αμανατίδη-Γκάρτζιου το Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017.Φίλοι και γνωστοί  πλημμύρισαν ασφυκτικά  την αίθουσα στο Δημαρχείο Φιλιππιάδας για να τιμήσουν την συγγραφέα στο πρώτο της βιβλίο.    

Tην εκδήλωση διοργάνωσε ο  Σύλλογος «Περί βιβλίου» Φιλιππιάδας και εκ μέρους του Συλλόγου μίλησε στην αρχή για το βιβλίο η φιλόλογος καθηγήτρια Ευγενία Μάστορα.Στη συνέχεια η Δώρα Χουλιάρα (Σχολική σύμβουλος Αβαθμιας Εκπαίδευσης) έκανε εκτενή αναφορά στο βιβλίο , γύρω από το θέμα που κινείται και αφορά τον έρωτα και την αγάπη.Μετά η καθηγήτρια Βιβή Αναγνώστου διάβασε κάποιο απόσπασμα του βιβλίου για να κλείσει στο τέλος η Χρυσάνθη Αμανατίδη Γκάρτζιου εκφράζοντας μεταξύ των άλλων τις ευχαριστίες της  και για τον Σύλλογο αλλά και για την ανταπόκριση και την συμμετοχή του κόσμου στην εκδήλωση.
Χαιρέτισε εκ μέρους του Συλλόγου Γυναικών Φιλιππιάδας η Δώρα Ιατρού Παπαιωάννου και παρευρέθη στην εκδήλωση  ο Δήμαρχος Ζηρού Νίκος Καλαντζής.



40.Κάποτε στην Παλιά Φιλιππιάδα

Τα μελίκουκα και οι μελικουκιές
Η μελικουκιά ως δέντρο είναι είδος προς εξαφάνιση.Αν δεν εξαφανίστηκε κιόλας.Θες γιατί δεν είναι πλέον χρήσιμη για τον άνθρωπο,θες πάλι γιατί για τον ίδιο λόγο έπεσε θύμα της ασύδοτης οικοπεδοποίησης που ξεθεμελιώνει τα πάντα προκειμένου να απογυμνώσει τη γη από την ενοχλητική βλάστηση.Οπως και να έχει το πράγμα η μελικουκιά σήμερα είναι στα αζήτητα.
Οι παλιοί αγαπούσαν τα δέντρα,τα σέβονταν.Σε κάθε σπίτι, στον κήπο ανάμεσα στα χρήσιμα δέντρα,συκιές,λεμονιές,κυδωνιές,μυγδαλιές ήταν και μια μελικουκιά κι ας μη χρησίμευε σε τίποτε.Ούτε καν για το ξύλο της.Πολύ περισσότερο για τον καρπό της,τα μελίκουκα,έτσι μικρούλια που ήτανε σαν τα σκάγια που οι κυνηγοί έχουν για τα αγριογούρουνα.Περίπου λέμε.Κι όμως δεν τις έκοβαν τις μελικουκιές,εστω για εκείνα τα λιγοστά ξύλα τους και για να μην πιάνουν το χώρο.<<Τι σου φταίει το καημένο το δέντρο να το κόψεις.Ο θεός το έφτειαξε κι αυτό>>.Ακουγα τέτοιες εκφράσεις.Οι μελικουκιές πράγματι φύτρωναν μόνες τους, άγριες.
  Ηταν τώρα, θα πεις,και τα παιδιά.Εδώ το πράγμα άλλαζε.Τα παιδιά βλέπουν το καθετί με το δικό τους μάτι..Μπορεί για τους μεγάλους οι μελικουκιές να μην άξιζαν,δε συνέβαινε το ίδιο με εμάς τα παιδιά.Που οι καρποί τους,τα μελίκουκα έχουν γράψει για τον καθένα μας τη δική τους ιστορία.
Πως;τινί τρόπω,κατά την αρχαιόγλωσση τότε έκφραση.Με ποιον τρόπο δηλ.συνδέονταν οι μελικουκιές με τα παιδιά.Εδώ σας θέλω,που όση φαντασία και να διαθέτει κανείς είναι αδύνατο να βρει την απάντηση.Για τους καρπούς, θα πεις,και θαχεις δίκιο ως ένα σημείο,ως το πενήντα τοις εκατό και λιγότερο.Πράγματι τα μελίκουκα-καιρός να τα γνωρίσουμε καλύτερα-είναι κάτι μικροί σφαιρικοί καρποί,σαν σκάγια μεγάλα ρτα παρομοιάσαμε πιο πάνω,που περιβάλλονται από μια πέτσα,μια λεπτή φλούδα.Πιο μέσα είναι η ψίχα τους λιγοστή ολόγυρα κα μέσα μέσα το κουκούτσι τους,μεγάλο αυτό σχεδόν σαν στραγάλι.Οταν πρωτοβγαίνει ο καρπός είναι πράσινος.Σιγά-σιγά ωριμάζοντας,η φλούδα τους έξω παίρνει και κιτρινίζει,ώσπου στην πλήρη τους ωρίμανση μαυρίζουν και η ψίχα μέσα τους γίνεται ένας κίτρινος πολτός,λιγοστός βέβαια αλλά γλυκονόστιμος.Η όλη υπόθεση είναι να σκαρφαλώσεις τότε στο δέντρο και να μαζέψεις ένα-ένα τα μελίκουκα,όπως περίπου γίνεται με τα κεράσια,μόνο που εδώ τα μελίκουκα είναι μεν πολλά αλλά θέλουν πολλή ώρα να γεμίσεις τις δύο τσέπες του παντελονιού σου η τον κόρφο σου μέσα από τη φανέλα,τόσο μικρά που είναι.Σου έπαιρνε μια-δυο ώρες όσο να πεις,<<τέρμα,μου φτάνουν αυτά,κατεβαίνω>>.
Εως εδώ ήταν το ωφέλιμο,δηλαδή η ικανοποίηση από την ψίχα τους,την ομολογουμένως γλυκιά αλλά τόσο λιγοστή,καθώς είπαμε από τα μελίκουκα που στη συνέχεια τα μασούσαμε τρία και τέσσερα στο στόμα μας,έτσι μικρούλια που ήτανε.Τα μασούσαμε όσο να φάμε την ψίχα τους και ύστερα κανονικά έπρεπε να φτύνουμε τα κουκούτσια.Ετσι δεν κάνουμε με τα κεράσια;Ε,λοιπόν εδώ με τα μελίκουκα τα πράγματα διαφοροποιούνταν.Είχαμε βρει άλλο τρόπο από το να τα φτύνουμε απλώς.
     Για τα παιδιά η ζωή τους όλη είναι ένα παιγνίδι από το πρωί ως το βράδυ και μην ακούτε το μύθο για σοβαρά και στοχαστικά παιδιά.Τέτοια παραδείγματα,εκτός του ότι αποτελούν εξαιρέσεις-γι αυτό και λιγοστά,μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού,στη μικρή κοινωνία ενός χωριού-
Είναι ορισμένως και αποτέλεσμα μιας ενδεχομένως παρεμβατικής αγωγής των γονιών που θέλουν σώνει και καλά τα παιδιά τους σοφά από τόσο πρώιμα.Η πάλι,μερικοί γονείς εξαντλούν όλη τους την αυστηρότητα και ξεσπάνε πάνω στα παιδιά τους αδικαιολόγητα θεωρώντας πως έτσι θα τα κάνουν σωστούς ανθρώπους.Αποτέλεσμα,να μαραίνονται πριν την ώρα τους η ανεμελιά και η χάρη,προνόμια της παιδικής ηλικίας αποκλειστικά.Τέλος πάντων το θέμα είναι ανεξάντλητο και το σταματάμε εδώ.

 Τι κάναμε,λοιπόν,εμείς τα παιδιά τότε με τα μελίκουκα.Μετά το μάζεμα εφοδιαζόμασταν ο καθένας από μια στομπέκα,έτσι λέγαμε ένα στέλεχος από καλάμι,το τελευταίο ψηλά στην κορυφή του φυτού,όπου βγαίνει καταληκτικά το στάχυ..Ενας καλαμένιος σωλήνας πράσινος,που έχει το χαρακτηριστικό να είναι πιο μακρύς από τους άλλους που κόμπο σε κόμπο έχει το καλάμι,και το κυριότερο τον διαλέγαμε γιατί ήταν πιο στενός,ίσα που χώραγε το κουκούτσι με το μηχανισμό της γλώσσας στο στόμιο της στομπέκας,εφαρμοσμένης αυτήςστο στόμα μας και έτσι κατά κάποιο τρόπο ήταν σαν να οπλίζαμε τον καλαμένιο σωλήνα.Φυσάγαμε τότε δυνατά και το κουκούτσι έφευγε μέσα από την καλαμένια,ας πούμε,κάνη και εκσφενδονίζονταν με ορμή σε αρκετή απόσταση.Λειτουργούσε δηλ.η όλη διαδικασία σαν το φυσοκάλαμο που χρησιμοποιούν σήμερα οι ιθαγενείς στη ζούγκλα και σκοτώνουν μικρά ζώα και πουλιά.Με τη διαφορά ότι αντί για βέλη εμείς φυσάγαμε τα κουκούτσια από τα μελίκουκα,χάριν παιδιάς που λέμε για να παίζουμε.Είχε μεγάλο γούστο το πράγμα εκείνο,καθώς συνδίαζε το τερπνό μετά του ωφελίμου.Τρώγαμε τα μελίκουκα για τη γλυκονόστιμη ψίχα τους,τη λιγοστή το ξαναλέμε αλλά και τόσο αναγκαία στα χρόνια εκείνα της πείνας,και ταυτόχρονα παίζαμε επιδιδόμενοι σε έναν ψευτοπόλεμο με άσφαιρα,εννοείται,πυρά.Και ακινδύνως,γιατί κανένας φόβος δε συνέτρεχε από τις ανταλασσόμενες εκατέρωθεν βολές.
Και έλα μου τώρα,εσύ φίλε μου,και κάνε τη σύγκριση ανάμεσα στα παλιά εκείνα παιδικά παιγνίδια με τα σημερινά.
Πόση διαφορά εις είδος και εις χρήμα.Αλλά και σε ωφελιμότητα.Γιατί η τελευταία αυτή είναι (πρέπει να είναι)πίσω από τα παιδικά παιγνίδια.Εδώ καταλαβαίνετε,ανοίγεται ένα τεράστιο κεφάλαιο παιδαγωγικής αλλά και ευρύτερα κοινωνικής σημασίας.Εμείς εδώ θα το διεξέλθουμε ακροθιγώς,σεβόμενοι το χώρο που αναλογεί στο θέμα μας αλλά και την υπομονή των αναγνωστών μας.Για να μη ξεφύγουμε και τελικά να λέμε άλλα αντί άλλων.
Τα ξέρουμε όλοι τα παιγνίδια των σημερινών παιδιών,και πως να μην τα ξέρουμε τα βλέπουμε κάθε μέρα στο σπίτι μας στην τηλεόραση.Ολόκληρη βιομηχανία στήθηκε προκειμένου να λανσάρει και να πλασάρει τα προιόντα της σύγχρονης τεχνολογίας γύρω από τα παιδικά παιγνίδια.Επιστήμονες,τεχνολόγοι,ψυχολόγοι και παιδαγωγοί,όλοι επιστρατεύτηκαν για να επινοήσουν και να δημιουργήσουν τους καινούργιους μύθους,τα νέα πρότυπα που θα σερβίρουν και θα εξάψουν την παιδική φαντασία.Απώτερος στόχος είναι το κέρδος κατά πρώτο λόγο.
. Όλα για το χρήμα. Οσο για την παιδαγώγηση και τη σωστή χειραγώγηση των παιδιών με τη σωστή ψυχαγωγία, αυτά είναι σε δεύτερη μοίρα. Προέχει ο εντυπωσιασμός με τα οπτικά και ηχητικά εφέ. Λιγοστά παιχνίδια παιδαγωγικού χαρακτήρα θα βρει κανείς στα καταστήματα παιχνιδιών τοποθετημένα σε λιγότερο περίοπτα ράφια, γιατί δεν έχουν τράβηξη.
Ετσι στη φαντασία των παιδιών ζωντάνεψαν καινούριοι ήρωες και υπεράνθρωποι που μπροστά τους ωχριά και ο ημίθεος Ηρακλής της μυθολογίας μας. Τι Σούπερμαν, τι Μπατμαν, τι Ράμπο, τι Σπάιντερμαν, μια ολόκληρη γενιά φανταστικών ειδώλων προβάλλονται μανιωδώς στις παιδικές εκπομπές της τηλεόρασης. Τώρα τι άνθρωποι θα προκύψουν από μια τέτοια γενικευμένη ψυχική και πνευματική αλλοτρίωση στην πιο τρυφερή και ανυπεράσπιστη φάση της ζωής τους, αφήνω τον καθένα σας να καταλάβει.

Ακούστε τώρα τα παιγνίδια με τα οποία εμείς παίζαμε παλιά. Έπαιρνε το μικρό κορίτσι δύο ξύλα λεπτά και τα έδενε με ένα σκοινί σε σχήμα σταυρού για να φτιάξει μια κούκλα. Έντυνε το σχήμα με ένα κομμάτι πανί και έτσι έφτιαχνε ένα ντυμένο κορμί με φόρεμα και τα χέρια τεντωμένα σε έκταση. Κάρφωνε στην κορυφή ένα μικρό καρπό, ένα δαμάσκηνο, ένα μηλαράκι ας πούμε και ορίστε το κεφάλι της κούκλας. Μαζί της έπαιζε τότε το κοριτσάκι, τη χάιδευε και της μιλούσε, τη νανούριζε καθώς την έβαζε στο κρεβάτι να κοιμηθεί. Τύφλα να ‘χει η Μπάρμπι, η απαστράπτουσα κούκλα με τα τόσα ξόμπλια πάνω της, το όνειρο όλων των κοριτσιών σήμερα, που όμως κοστίζει κάποια χρήματα, όχι λίγα βεβαίως.
Παίρναμε εμείς τα αγόρια ένα καλάμι, το ιππεύαμε κρατώντας στο χέρι μια βίτσα και δίναμε βιτσιές του αλόγου να καλπάσει με τα δικά μας, εννοείται, πόδια. Εντεύθεν και η παροιμιακή φράση <<καβαλίκεψε το καλάμι>> εξυπονοώντας τον άνθρωπο που πήραν τα μυαλά του αέρα και δε σας αναφέρω εδώ ένα σωρό άλλα παιδικά παιγνίδια που παίζαμε τότε, από τα οποία τα περισσότερα εκτός από διασκεδαστικά ήταν στο βάθος και ψυχαγωγικά, δηλ. ικανοποιούσαν το μυαλό και την ψυχή με ασκήσεις σωματικής και πνευματικής δεξιότητας.

Για τα παιδικά παιγνίδια θα πούμε ένα τελευταίο ως κατακλείδα και να το κλείσουμε. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που στα παιδιά ανήκει το προνόμιο να παίζουν με τις ώρες σε σύγκριση με τις άλλες ηλικίες. Υπάρχει, θυμίζω εδώ, και η σχετική έκφραση : << τα παιδία παίζει>> από τη λόγια παράδοση σωσμένη. Σκεφτείτε το λίγο και θα καταλάβετε. Είναι βαθύτερος ο σκοπός του παιγνιδιού ως κοινωνικού φαινομένου καθώς εξυπηρετεί άλλες βαθύτερες ανάγκες, ατομικές και κοινωνικές.
Είπαμε θα διεξέλθουμε το θέμα με τα παιγνίδια ακροθιγώς, κατά τρόπο δηλ. γενικό και σύντομο κι αυτό κάναμε, όσο κι αν φαίνεται πώς είπαμε πολλά. Ίσα-ίσα  που λίγα είπαμε.

Γυρίζουμε στα μελίκουκα.
Υπάρχουν σήμερα μελικουκιές λιγοστές σκόρπιες εδώ κι εκεί απομεινάρια που στην αρχή του παρόντος τις χαρακτήρισα ως είδος προς εξαφάνιση. ´Ύστερα από τόσα χρόνια που πέρασαν από τότε που ήμουν παιδί και μετά από όσα πριν ανέφερα, εύλογο είναι η νοσταλγία τώρα να προκαλέσει την περιέργεια να πάρω πίσω τους δρόμους τους ίδιους που περπάτησα μικρός στους χώρους που τότε μαζεύαμε τα μελίκουκα. Βέβαια, δε χρειαζόταν και μεγάλη δυσκολία. Με πήγαν μόνα τους τα βήματά μου. Έκοψα κατά το γιαλό δίπλα στο ποτάμι, που κάναμε μπάνιο. Ακολούθησα το δρομάκι που πάει στους << Αγιάννιδες>>, έναν εγκαταλειμμένο από τα χρόνια λοφίσκο. Εκεί ήταν οι μελικουκιές που σας έλεγα, μαζεμένες. Λες να ήταν εκεί και να με περίμεναν; Χρόνια και χρόνια περνούσα από το μέρος εκείνο και δεν είχα προσέξει αν υπάρχουν. Βέβαια είχε εκλείψει η παιδική ανάγκη για να τις γύρευα. Ένιωσα κάποια έκπληξη, όταν αντίκρισα τις παλιές εκείνες μελικουκιές, τις ίδιες,  που μικρός σκαρφάλωνα στα κλαδιά τους και μάζευα μελικούκα. Μαζί με την έκπληξη ένιωσα να με διαπερνάει και ένα ζεστό κύμα νοσταλγίας και για λίγες στιγμές –αλήθεια πόσο χρόνο να κράτησαν αυτές- ξανάγινα παιδί και με είδα σκαρφαλωμένο στα δέντρα να μαζεύω μελίκουκα.
Να δεις που ήταν και η εποχή τους, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος τώρα πρόσφατα που αυτά ωριμάζουν και μαυρίζουν . Όπως παλιά, που μας έβρισκε ο χτύπος της καμπάνας του χωριού τα απογεύματα σκαρφαλωμένους στις μελικουκιές και μας καλούσε στο απογευματινό μάθημα. Τότε βιαστικά κατεβαίναμε να προλάβουμε το σχολείο, γιατί η βέργα του δασκάλου μας δεν αστειευόταν. Τέτοια πράγματα. Και μη μου καταλογίζετε ρομαντισμούς και άλλα συναφή. Γιατί δεν πρόκειται εδώ για ρομαντισμό δηλ. ηθελημένη εμμονή στο παρελθόν, αλλά για ζωντανά βιώματα που στον καθένα ενυπάρχουν στα τρίσβαθα της ψυχής του και ανακαλούνται στη μνήμη μας στην παραμικρή αφορμή. Το ζήσατε, δεν το ζήσατε και εσείς αυτό;

Κάποτε παιδιά σκαρφαλώναμε στα δέντρα, εδώ για μελίκουκα. Άλλες φορές για σύκα, για κούμπλα, για καρύδια. Χαμένες εμπειρίες και δεξιότητες. Ξεχασμένες ανάγκες, θα έλεγα εγώ. Βλέπεις παιδιά σήμερα να σκαρφαλώνουν στα δέντρα για να φάνε καρπούς και ταυτόχρονα να παίξουν; Όχι! Γιατί; Γιατί τα έχουν όλα έτοιμα, αυτό είναι το δράμα των σημερινών παιδιών. Που τα βρίσκουν έτοιμα όλα. Φαγητό, ανέσεις και παιγνίδια. Κατ´ επέκταση, αυτό είναι το δράμα του σημερινού ανθρώπου, ειδικότερα ημών των νεοελλήνων. Που πιστέψαμε πως μπορούμε εσαεί να ζούμε από τα έτοιμα, που μας ετοίμασαν άλλοι. Δηλαδή υγεία στα κορόιδα. Μόνο που αυτοί οι άλλοι δεν ήταν και τόσο κορόιδα, όπως εμείς τους νομίζαμε και ορίστε η κατάσταση. Άπραγοι και μοιραίοι εκλιπαρούμε τώρα για ψίχουλα. Γιατί είμαστε ανίκανοι σε όλα. Γιατί έτσι μάθαμε. Ή, καλύτερα, γιατί κάποιοι μας έμαθαν έτσι. Για μελίκουκα θα μιλάμε τώρα.
Οκτωβριος 2017
Μιλτιάδης Δ.Κωστάκος

Είκοσι τρεις μήνες μόνο...το βιβλίο της Χρυσάνθης Γκάρτζιου στις 4 Νοεμβρίου 2017

Δυο λόγια για το βιβλίο:
Εικοσιτρείς μήνες μόνο…
Ναταλία – Ορέστης
Εκείνη φιλόλογος σε Γυμνάσιο επαρχιακής πόλης.
Εκείνος στρατιωτικός γιατρός στην ίδια πόλη.
Η Ναταλία Χατζή, βολεμένη στην ηρεμία ενός καλού και ήσυχου γάμου.

Ο Ορέστης Μαυρίκης μόνος, μετά το τέλος μιας επίσημης σχέσης. Ένα βράδυ φθινοπώρου οι παράλληλοι δρόμοι τους… τέμνονται, φέρνοντας την μεγάλη ανατροπή. Αυτός ο απρόσμενος και θυελλώδης έρωτας στην φαινομενικά τακτοποιημένη ζωή της όλα τα σαρώνει. Οι κοινωνικές συμβάσεις, ο φόβος, οι δισταγμοί, οι ενοχές, τα διλήμματα υποχωρούν μπροστά στην δύναμη της αγάπης που μόνο αυτή καθαγιάζει ψυχές, ζωές. Παίρνει δύναμη από την λατρεία του, οπλίζεται για να αντέξει… Η απόρριψη που δέχεται από το οικογενειακό και κοινωνικό της περίγυρο απόλυτη, ριζική. Η ίδια παλεύει, πέφτει, σηκώνεται, δε σταματά στιγμή για να ξανακερδίσει αυτούς που θέλει να συνεχίζουν να υπάρχουν στη ζωή της. Μετά από επιμονή, αποδέχονται τις επιλογές της. Όλα μοιάζουν να συντονίζονται στο ρυθμό μιας μεγάλης αγάπης. Νοιώθει ευλογημένη. Αυτό το πολύτιμο δώρο της το χρωστούσε η μοίρα;… Ζει, ζουν την απόλυτη αγάπη. Η βαθειά αγάπη έχει τέλος;  Αρκούν εικοσιτρείς μήνες μόνο;